top of page

1

2

Α. ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΒΙΒΛΙΑ

«Τα κριτήρια δημοσιονομικής πειθαρχίας στην οικοδόμηση της Ευρωζώνης – Η περίπτωση της Ελλάδος», μονογραφία, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2011. (Διδακτορική διατριβή)

Δημόσιες Συμβάσεις και Πανεπιστήμιο στο νέο θεσμικό πλαίσιο. (ν. 4281/2014, ν.4270/2014 και ν.4009/2011), μονογραφία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2014.

Τα κριτήρια δημοσιονομικής πειθαρχίας στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, αποτελούν τους δείκτες με βάση τους οποίους συμφωνήθηκε και αποφασίστηκε να ελέγχεται εάν τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκπληρώνουν την υποχρέωσή τους να επιδεικνύουν δημοσιονομική πειθαρχία. Πολλά είναι τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων στην πράξη. Η περίπτωση της Ελλάδας αναδεικνύει με γλαφυρό τρόπο τα ζητήματα αυτά και αποκαλύπτει τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει τόσο η χώρα όσο και η Ένωση στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Σκοπός της διατριβής είναι η βαθύτερη κατανόηση των προκλήσεων που ανακύπτουν, καθώς και η διατύπωση σκέψεων που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην αντιμετώπισή τους. Η διατριβή αναλύει και προσεγγίζει δογματικά, κατά πρώτον, τις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (πρωτογενούς και παράγωγου) που επιβάλλουν την τήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας από τα κράτη μέλη και καθορίζουν τα κριτήρια δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και τη διαδικασία εφαρμογής τους. Αναλύονται οι όροι και οι αόριστες νομικές έννοιες που περιλαμβάνονται στις συγκεκριμένες διατάξεις μέσα από τρεις άξονες. Την ερμηνεία και εξειδίκευση που επιχειρεί να προσδώσει το ίδιο το δίκαιο της Ένωσης και κυρίως το παράγωγο, τη θεωρητική ερμηνεία και τέλος, την ερμηνεία όπως προκύπτει από την εφαρμογή στην πράξη των κανόνων αυτών μέχρι και σήμερα. Η ανάλυση αποκαλύπτει τα έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, αλλά και των αποφάσεων που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτής, τα οποία έχουν εκδηλωθεί καθαρά στην περίπτωση της Ελλάδας. Παράλληλα, διατυπώνονται σκέψεις για τη συμβολή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης στη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος και για τη συζητούμενη νέα αναθεώρησή του.

 Ακολούθως και κυρίως, εξετάζεται η οικονομία και ειδικότερα, η δημιουργία και εξέλιξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων της Ελλάδας κατά την περίοδο 1981-1994, και την περίοδο 1994-2000, που οδήγησε τη χώρα στην ένταξη στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ. Επιπρόσθετα, η διατριβή αναλύει την περίοδο μετά την ένταξη στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ και την επέμβαση της Ένωσης στην οικονομική διαχείριση της χώρας, με βασικά σημεία τη θέση της χώρας σε «επιτήρηση» το καλοκαίρι του 2004 και την άνοιξη του 2009, και αποκορύφωμα τη σύναψη του «Μνημονίου» μετά την κρίση χρέους που ξέσπασε στη χώρα. Μεθοδολογικά, κρίθηκε σκόπιμο, η ανάλυση της εφαρμογής των διατάξεων που επιβάλλουν την τήρηση δημοσιονομικής πειθαρχίας από την Ελλάδα, να στηριχτεί σε τρεις πυλώνες: τα Προγράμματα Σταθερότητας και Ανάπτυξης που υποβάλλει η χώρα, τις γνώμες του Συμβουλίου και της Επιτροπής για κάθε ένα από αυτά και τις εισηγητικές εκθέσεις των κρατικών προϋπολογισμών. Υποστηρίζεται ότι η περιπέτεια της Ελλάδας, και κυρίως, η ανάγκη προστασίας του Ευρώ, είχαν ως συνέπεια την επιδίωξη να προβλεφθεί και να προσδιοριστεί η δυνατότητα χορήγησης χρηματοδοτικής ενίσχυσης της Ένωσης σε κράτος μέλος που αντιμετωπίζει δυσκολίες. Αναλύονται έτσι και οι δύο νέοι θεσμοί που γεννήθηκαν από την ελληνική κρίση, ήτοι ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 407/2010 για τη θέσπιση του ευρωπαϊκού μηχανισμού χρηματοοικονομικής σταθεροποίησης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.

Η περιπέτεια της Ελλάδας αποκάλυψε ότι μια κρίση χρέους που αντιμετωπίζει ένα κράτος μέλος είναι δυνατόν να επηρεάσει και άλλα κράτη μέλη και να διαχυθεί στο όλο οικοδόμημα της Ένωσης, επηρεάζοντας ταυτόχρονα και τη σταθερότητα του ενιαίου νομίσματος. Από την ανάλυση, αναδεικνύεται η ανάγκη για καλύτερο συντονισμό της πολυμερούς εποπτείας και εμβάθυνση του προληπτικού θεσμικού πλαισίου της Ένωσης, με παράλληλο σεβασμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της οικονομίας κάθε κράτους μέλους, όπως και η ανάγκη δημιουργίας ευρωπαϊκών θεσμών ικανών να αποτελέσουν ανάχωμα στις ορέξεις των αγορών. Αντίστοιχα, σε εθνικό επίπεδο, αποκαλύπτεται η αποδόμηση του κράτους και της οικονομίας του και η ανάγκη αναδιάρθρωσής του, μέσα όμως από το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κοινωνικού κράτους. Η Ελλάδα επιδιώκει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε και να προβεί στις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές που θα εξασφαλίσουν τη σταθεροποίηση των δημοσίων οικονομικών μεγεθών της και τη βιωσιμότητα του χρέους της. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Ελλάδας δεν επαρκούν από μόνες τους, εάν δεν υπάρξουν γενναίες αποφάσεις σε επίπεδο Ένωσης που θα σημάνουν πραγματική αλληλεγγύη και θεσμική θωράκιση. Εάν η Ένωση και η Ευρωζώνη θέλουν να διατηρηθούν χωρίς αποχωρήσεις μελών και να προχωρήσουν προς την ολοκλήρωση τότε οι συγκεκριμένες αποφάσεις που θα εξασφαλίζουν ταυτόχρονα το συνδυασμό της πειθαρχίας και της ευελιξίας που προστατεύει το συλλογικό συμφέρον και θα παράσχουν στο ευρώ τη δημοσιονομική πειθαρχία που χρειάζεται για να επιβιώσει, φαντάζουν μονόδρομος.

Το παρόν σύγγραμμα αναλύει το δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων στις περιπτώσεις που αναθέτουσα αρχή και αντισυμβαλλόμενος είναι κάποιο από τα ΑΕΙ της χώρας και κατ’ επέκταση την ίδια τη διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων. Σκοπός είναι να παρουσιαστεί το νέο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο αποτελεί μεταφορά των αντίστοιχων κοινοτικών οδηγιών προς ενίσχυση του ενωσιακού ανταγωνισμού και τελικά προστασίας του δημοσίου χρήματος, και να αναλυθούν τα δογματικά ανακύπτοντα αμφισβητούμενα ζητήματα κατά τη διαδικασία ανάδειξης αναδόχου και σύναψης δημόσιας σύμβασης. Ακολούθως, εξετάζονται τα ανακύπτοντα κατά το στάδιο της εκτέλεσης ζητήματα και προτείνονται ερμηνευτικές λύσεις.

Μεθοδολογικά, η ανάλυση ακολουθεί τα στάδια της ισχύουσας διαγωνιστικής διαδικασίας και ακολούθως της εκτέλεσης της σύμβασης, σύμφωνα με το ν. 4281/2014, εστιάζοντας και αναλύοντας τα εκάστοτε κρίσιμα ζητήματα που έχουν απασχολήσει θεωρία και νομολογία, με αποτίμηση συμπερασμάτων, όπως διαμορφώνονται ιδίως μέσα από τις συνεχείς μεταρρυθμίσεις σε επίπεδο νομοθετικών πρωτοβουλιών και νομολογιακών κρίσεων.

Στη μελέτη αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες και οι «γκρίζες ζώνες» του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων όταν αναθέτουσα αρχή είναι κάποιο από τα ΑΕΙ της χώρας, που εκκινούν από τη θεσμική αναγνώριση της αυτοτέλειας και της αυτοδιοίκησής τους. Αναδεικνύονται και ερμηνεύονται  αμφίσημα σημεία που προκύπτουν πχ ως προς το αρμόδιο όργανο για την ανάληψη της σχετικής υποχρέωσης, η οποία αποτελεί αναγκαίο υπόβαθρο για το σύννομο του διαγωνισμού, αλλά και σχετικά με τα αρμόδια για τη διεξαγωγή του διαγωνισμού όργανα. Αντίστοιχα ερμηνευτικά ζητήματα αναδεικνύονται και κατά το στάδιο υποβολής και αξιολόγησης των προσφορών των διαγωνιζομένων, τεχνικών και οικονομικών πχ με την τάση διεύρυνσης της έννοιας του «εργολαβικού κέρδους», το οποίο δεν απαιτείται να περιορίζεται στο αμιγώς οικονομικό κέρδος.

   Εκτός από τη διαδικασία διενέργειας τακτικού διαγωνισμού (ανοιχτού ή κλειστού) εξετάζεται και η προσφυγή στην εξαιρετική διαδικασία της διαπραγμάτευσης, που εισάγει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα διενέργειας ανοιχτού ή κλειστού διαγωνισμού. Υπογραμμίζεται βέβαια, ότι είναι επιτρεπτή μόνο στις ειδικές περιπτώσεις, όπως εξετάζονται και αναλύονται στη μελέτη.

Ερμηνευτικά ζητήματα ανακύπτουν επίσης, και κατά το στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης. Η μελέτη προβαίνει σε ανάλυση των αυστηρών κυρώσεων για τους εργολάβους επί δημοσίων συμβάσεων καθαριότητας και φύλαξης, ήτοι δημόσιες συμβάσεις που κατά κόρον συνάπτουν τα ΑΕΙ της χώρας. Επίσης, αναλύει δογματικά τις προϋπόθεσης νόμιμης τροποποίησης  της σύμβασης, ώστε να εξασφαλίζεται η διατήρηση σταθερού του συμβατικού πλαισίου και να αποφεύγεται η εκ των υστέρων συνομολόγηση όρων οι οποίοι αποβαίνουν επαχθέστεροι είτε προς την πλευρά της αναθέτουσας Αρχής, με τη συνακόλουθη βλάβη του δημοσίου συμφέροντος, είτε προς την πλευρά του αναδόχου, ο οποίος, διαφορετικά, θα ήταν εκτεθειμένος σε μονομερείς επεμβάσεις της Διοίκησης στο συμβατικό δεσμό.

   Παράλληλα, αναλύονται οι δημοσιονομικές πτυχές της όλης διαδικασίας, όπως η προϋπόθεση ανάληψης υποχρέωσης από τον αρμόδιο διατάκτη και ο έλεγχος νομιμότητας από το Ελεγκτικό Συνέδριο ή οι προϋποθέσεις υποβολής ή μη τροποποιήσεων σύμβασης σε έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Τέλος, αναλύεται η δυνατότητα σύναψης συμβάσεων μέσω της εταιρείας αξιοποίησης και διαχείρισης της περιουσίας του Πανεπιστημίου και του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας των ΑΕΙ, προσδιορίζεται η νομική φύση αυτών και αναδεικνύονται τα προβλήματα και οι κίνδυνοι που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την υλοποίηση μιας τέτοιας επιλογής.   

Ζητούμενο και κριτήριο, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου σύναψης και εκτέλεσης δημόσιας σύμβασης, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι η τήρηση της αρχής της νομιμότητας, η πλήρης και πιστή εφαρμογή των κανόνων περί δημοσίων συμβάσεων και η διασφάλιση της δημοσιότητας και του υγιούς ανταγωνισμού, με παράλληλη αναγνώριση και διασφάλιση των συνταγματικά κατοχυρωμένων ιδιαιτεροτήτων του Πανεπιστημίου και της προσπάθειας ολοκλήρωσης της διαγωνιστικής διαδικασίας στο συντομότερο δυνατό χρόνο.

3

Εθνικός προϋπολογισμός και ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση, σε νομική βάση δεδομένων sakoulas-online.gr, εκδόσεις Σάκκουλα, 2019,https://www.sakkoulasonline.gr/editions/4f278226eed9c99b67f1/

Στο παρόν σύγγραμμα αναλύεται και προσεγγίζεται ερμηνευτικά πως το θεσμικό πλαίσιο των κανόνων, μηχανισμών και διαδικασιών, που διαμορφώνουν την οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΟΔ), επηρεάζει την κατάρτιση του εθνικού προϋπολογισμού. Πως διαμορφώνεται η σχετική αρμοδιότητα των κρατών μελών και πως τα κράτη μέλη ενσωματώνουν και εναρμονίζονται με τις Ενωσιακές απαιτήσεις. Παρουσιάζεται η έννοια του κρατικού προϋπολογισμού, η σημασία, ο σκοπός και η λειτουργία του θεσμού για τα κράτη. Ο κρατικός προϋπολογισμός αποτελεί το κυριότερο όργανο άσκησης δημοσιονομικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, δεδομένου ότι μέσω αυτού προγραμματίζονται οι δραστηριότητες του κράτους και προβλέπεται ο τρόπος πραγματοποίησής τους. Η κατάρτιση του προϋπολογισμού βρίσκεται στον πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας και συνδέεται άμεσα με το δημοκρατικό πολίτευμα και τις αρμοδιότητες της Βουλής.

 Ακολούθως, προσεγγίζονται και αναλύονται ερμηνευτικά οι ρυθμίσεις για τον συντονισμό των Οικονομικών Πολιτικών των κρατών μελών και η έννοια της πολυμερούς εποπτείας, μαζί με τη θεμελιώδη επιλογή των «πατέρων» της Ένωσης να παραμείνει ο εθνικός προϋπολογισμός αρμοδιότητα των κρατών – μελών. Επίσης, αναλύεται η ενίσχυση των κανόνων της πολυμερούς εποπτείας, που επιβλήθηκε και από την κρίση χρέους, και ειδικότερα, η εμβάθυνση των κανόνων για την ΕΟΔ που σχετίζονται με την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού, όπως το ευρωπαϊκό εξάμηνο, τα δημοσιονομικά πλαίσια (Προγράμματα Σταθερότητας και Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων) και τα δημόσια λογιστικά συστήματα. Ακολουθεί η ανάλυση και ερμηνεία της δέσμης των δύο νομοθετικών μέτρων σε επίπεδο Ένωσης (του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 473/2013 σχετικά με κοινές διατάξεις για την παρακολούθηση και την εκτίμηση των σχεδίων δημοσιονομικών προγραμμάτων και τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 472/2013 για την ενίσχυση της οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας των κρατών μελών στη ζώνη του ευρώ τα οποία αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρές δυσκολίες αναφορικά με τη χρηματοοικονομική τους σταθερότητα) και των λόγων που την επέβαλαν και λαμβάνει χώρα η αποτίμησή τους. Αντίστοιχα, παρουσιάζεται και αξιολογείται το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και η υποχρέωση που πηγάζει από αυτό σχετικά με τους εθνικούς προϋπολογισμούς και με την τήρηση του «Χρυσού Κανόνα».

Επισημαίνεται ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες, που εισήχθησαν, περιορίζουν σταδιακά τα προνόμια των κρατών μελών στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, κάτι το οποίο είναι ιδιαίτερα επώδυνο και δύσκολα αποδεκτό, καθώς τους αφαιρείται κομμάτι της εθνικής τους κυριαρχίας. Όμως, παρά την έκταση και τη σημασία των νέων ρυθμίσεων, που είναι ένα μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση της στενότερης ένωσης, δεν επιτεύχθηκε προς το παρόν η «δημοσιονομική ένωση». Αναδεικνύεται η σημασία των νέων κανόνων οι οποίοι προώθησαν με ουσιαστικά βήματα την πορεία προς την ολοκλήρωση, σε σύγκριση με αυτό που θεωρούνταν πολιτικά εφικτό μόλις πριν από λίγα χρόνια. Ειδικότερα, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης απέκτησαν τη δυνατότητα να διεισδύσουν σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών, αποκτώντας, με τον τρόπο αυτό, την ευχέρεια να διαμορφώσουν και να καθοδηγήσουν πολιτικές, αλλά και να εποπτεύουν τα κράτη μέλη σε τομείς, που ανήκουν στην αρμοδιότητα των τελευταίων. Αντιστράφηκε το χρονοδιάγραμμα της διαδικασίας συντονισμού των εθνικών πολιτικών, ώστε από έναν ex post συντονισμό που ίσχυε πριν από τις νέες ρυθμίσεις, να ισχύει πλέον ένας προληπτικός συντονισμός των πολιτικών, δεδομένου ότι η Ένωση παρεμβαίνει ήδη στο στάδιο της πραγματικής διαμόρφωσης της δημοσιονομικής πολιτικής, σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς, όπου στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης προβλεπόταν παρέμβαση στα αποτελέσματα της δημοσιονομικής πολιτικής. Και όλο το σύστημα ελέγχου και συντονισμού με αναφορά πλέον στον «Χρυσό κανόνα», ήτοι στη νομική υποχρέωση των Κυβερνήσεων και των Κοινοβουλίων των κρατών-μελών να διαμορφώνουν και να εκτελούν ισοσκελισμένους, αν όχι πλεονασματικούς, προϋπολογισμούς, προκειμένου να αποφευχθεί η παραγωγή ελλειμμάτων και συνακόλουθα νέου χρέους. Και τούτο με την ταυτόχρονη αναγνώριση του δικαιώματος της Επιτροπής να ελέγχει τα σχέδια των εθνικών προϋπολογισμών πριν από την ψήφισή τους. Ένα δικαίωμα που επέφερε ρήγμα στην παραδοσιακή κυριαρχία των κρατών επί του κρατικού τους προϋπολογισμού, παρά το γεγονός ότι ακόμα η γνώμη της Επιτροπής δεν είναι τυπικά δεσμευτική.

Παράλληλα, επισημαίνεται και αναλύεται πως επιβλήθηκε στα κράτη-μέλη ο μεσοπρόθεσμος δημοσιονομικός σχεδιασμός, όπου ο ορίζοντας της δημοσιονομικής πολιτικής εκτείνεται πέραν του ετήσιου προϋπολογισμού. Το ότι κρίθηκε δηλαδή, απαραίτητη η οργάνωση της δημοσιονομικής πολιτικής μέσω μακρόπνοων πλαισίων και του σχεδιασμού του προϋπολογισμού με πολυετή προοπτική. Τα πλαίσια αυτά έχουν χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον τρία έτη, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι ο εθνικός δημοσιονομικός σχεδιασμός εντάσσεται στην προοπτική πολυετούς δημοσιονομικού σχεδιασμού, επιλογή που εκτός των άλλων ενέχει βέβαια και την ενγενεί δυσκολία πρόβλεψης. Το σύνολο συνεπώς, του προϋπολογισμού θα πρέπει να εκτελείται σε απόλυτη συμμόρφωση προς τα όρια, τους δημοσιονομικούς στόχους και τις προβλέψεις που αναφέρονται στο μεσοπρόθεσμο πλαίσιο και στις ενδεχόμενες επικαιροποιήσεις του. Έτσι, τα κράτη-μέλη, κατά την κατάρτιση των ετήσιων προϋπολογισμών τους, δεσμεύονται πλέον από τους στόχους που περιλαμβάνονται στα συντασσόμενα από τα ίδια αυτά και ελεγχόμενα από τα αρμόδια ενωσιακά όργανα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια Δημοσιονομικής Πολιτικής.

Τέλος, στη μελέτη επιχειρείται και η κωδικοποίηση των προτάσεων που έχουν διατυπωθεί για το επόμενο βήμα προς τη δημοσιονομική Ένωση και η αξιολόγηση τους, όπως και γενικότερα η αξιολόγηση του νέου θεσμικού πλαισίου που διαμορφώνει τη σημερινή σχέση Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης και εθνικής κυριαρχίας – κατάρτισης εθνικού προϋπολογισμού.

4

«Ο προσδιορισμός και η είσπραξη του φόρου», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη 2021.

 H διαμόρφωση των επιλογών του φορολογικού νομοθέτη σηματοδοτείται καθοριστικά και έχει ως ιστορικό καταλύτη κυρίως το οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της Χώρας και την επακόλουθη πιεστική ανάγκη αποκατάστασης της δημοσιονομικής ισορροπίας, της διασφάλισης της λειτουργίας χρηστής και αποτελεσματικής φορολογικής διοίκησης καθώς και της οικοδόμησης φορολογικής εμπιστοσύνης και συνείδησης.

Η παρούσα μελέτη έχει ως αντικείμενο τα σημαντικά στάδια της φορολογικής διαδικασίας που εκτείνονται μετά την κίνηση της σχετικής διοικητικής διαδικασίας με την υποβολή της φορολογικής δήλωσης και την άσκηση των προβλεπομένων εξουσιών που αφορούν στον φορολογικό έλεγχο, δηλαδή τον προσδιορισμό και την είσπραξη των φόρων, όπως έχουν διαμορφωθεί από τις νομοθετικές επιλογές.

Σκοπός του βιβλίου είναι η ολοκληρωμένη και συστηματική ανάλυση και αντιμετώπιση διαχρονικών ζητημάτων των προαναφερθέντων αντικειμένων όπως έχουν εξελιχθεί προοδευτικά νομοθετικά, νομολογιακά και θεωρητικά, αλλά και θεμάτων που συνδέονται με νέες ρυθμίσεις. Η εξεταζόμενη ύλη από την μελέτη καλύπτει όλο το εύρος του προσδιορισμού και της είσπραξης του φόρου και την αντίστοιχη δράση της φορολογικής διοίκησης.

Τα ζητήματα που αναδεικνύονται στην παρούσα μελέτη συνδέονται με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος, ώστε να εξυγιανθεί ο δημοσιονομικός τομέας και να καταστεί περαιτέρω δυνατόν να εκπληρωθεί με επιτυχία η οικονομική και κοινωνική αποστολή της φορολογίας. Ειδικότερα, φωτίζονται τα εριζόμενα ζητήματα που ανακύπτουν τόσο κατά τον προσδιορισμό, όσο και κατά την είσπραξη του φόρου, ενώ ταυτόχρονα, σε μία διαδικασία δημιουργικής σκέψης, προτείνονται de legeferenda επιλογές προς βελτίωση αυτών, και τούτο, με γνώμονα ότι οι εν λόγω διαδικασίες αποτελούν την κορωνίδα για την επακριβή τήρηση του κρατικού προϋπολογισμού και τη δημοσιονομική σταθερότητα. Οι ως άνω προτάσεις κριτικής αποτίμησης και αναμόρφωσης της φορολογικής νομοθεσίας κινούνται προς την κατεύθυνση της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και του εξορθολογισμού των δημόσιων δαπανών, ενώ παράλληλα εξετάζονται οι διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, οι εκθέσεις του Ο.Ο.Σ.Α., αλλά και η νομολογία των εθνικών και ευρωπαϊκών Δικαστηρίων.

Το βιβλίο αναπτύσσει την ύλη του με καταστρωμένο πλάνο - διάγραμμα, μεταξύ δε των πρωτότυπων θεμάτων του, ως χαρακτηριστικά αναφέρονται: α. Ως προς το σκέλος του προσδιορισμού του φόρου: η πράξη προσδιορισμού φόρου, η παραγραφή του δικαιώματος της φορολογικής διοίκησης προς έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, καθώς και ο προσδιορισμός του φόρου βάσει αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας προκειμένου να αντιμετωπισθεί η φοροδιαφυγή και β. ως προς το σκέλος της είσρπαξης του φόρου: η υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών - καταβολής σε δόσεις, τα μέτρα διασφάλισης των οφειλών στο Δημόσιο και ειδικότερα η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και περιουσιακών στοιχείων, η λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης, τα ζητήματα των αλληλεγγύως ευθυνόμενων προσώπων και η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς είσπραξη των φόρων. Επίσης μελετάται η αμοιβαία συνδρομή στην είσπραξη απαιτήσεων από φόρους στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Επιπλέον σημαντική θέση στην μελέτη του φορολογικού συστήματος, που έχει τον χαρακτήρα ουσιώδους στοιχείου για την αξιοπιστία και την συνοχή του, κατέχει η εξέταση του δικαιώματος του φορολογούμενου προς επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου και μάλιστα εντόκως.

Περαιτέρω, η μελέτη παρουσιάζει και ερευνά τα ζητήματα που αφορούν στην ορθολογικοποίηση και την βελτιστοποίηση του φορολογικού συστήματος με ισορροπία μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος για την φορολόγηση και τη σχετική είσπραξη και της τήρησης των εγγυήσεων που έχουν καθιερωθεί ιστορικά και με κανόνες αυξημένης τυπικής ισχύος.

Ουσιαστικά στοιχεία της μελέτης αποτελούν η έρευνα της νομολογίας και η δημιουργική ενσωμάτωσή της στην επεξεργασία των θεμάτων και στην θεμελίωση των λύσεων βάσει της βιβλιογραφίας. Η μελέτη εκτός της ανάλυσης, περιέχει σκέψεις για την εναρμόνιση του φορολογικού συστήματος προς το Σύνταγμα και την έννομη τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, στο πλαίσιο των επιστημονικών αναζητήσεων της μελέτης περιλαμβάνεται η κοινωνική πτυχή του φορολογικού συστήματος.

Ο προβληματισμός έχει ως κεντρικό άξονα τη δημοσιονομική ευταξία και ειδικότερα την ορθολογική και αποτελεσματική οργάνωση του συστήματος φορολόγησης.

Το βιβλίο αναδεικνύει τη σημασία της φορολογικής συνείδησης που απορρέει από την δημοκρατική συνείδηση για την ομαλή λειτουργία του φορολογικού συστήματος. Τούτο φωτίζει τον σύγχρονο σύνθετο χαρακτήρα της φορολόγησης που εκτείνεται πέραν της τυπικής διοικητικής πράξης που χαρακτηρίζεται από τη μονομερή εξουσιαστική δράση της Διοίκησης και έχει ως ουσιώδες προαπαιτούμενο την ευσυνείδητη και καλόπιστη συμμετοχή στη σχετική διαδικασία των φορολογουμένων.

Ο προβληματισμός απολήγει στην διατύπωση προτάσεων, όπως για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ φορολογικής διοίκησης και φορολογουμένων στις περιπτώσεις ανελαστικών ρυθμίσεων σχετικά με την διασφάλιση της είσπραξης των φόρων και για το ζήτημα των αλληλεγγύως ευθυνόμενων όσον αφορά στους επιρριπτόμενους, παρακρατούμενους φόρους και τον φ.π.α. ως προς τις προϋποθέσεις της ευθύνης τους και τη σχέση μεταξύ παρακράτησης και αποπληρωμής.

Συνοψίζοντας, με το παρόν σύγγραμμα εξετάζονται τα ειδικότερα κεφάλαια του προσδιορισμού και της είσπραξης του φόρου, οι διορθωτικές δε παρεμβάσεις που προτείνονται στοχεύουν στη δημιουργία ενός πιο στέρεου διαδικαστικού φορολογικού συστήματος, αναγκαία προϋπόθεση αφενός για την ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας και αφετέρου για την ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας, μέσω της επιτυχούς  είσπραξης των προβλεπόμενων στον προϋπολογισμό άμεσων και έμμεσων φόρων.

5

«Εθνικός προϋπολογισμός και ευρωπαϊκή οικονομική διακυβέρνηση», 2η Έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2023.

Οι επιλογές σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο και τα νέα θεσμικά εργαλεία που υιοθετήθηκαν μετά την πανδημία COVID-19 και την αυξημένη αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές της Ένωσης και λόγω του σοβαρού ενδεχόμενου δευτερογενών επιπτώσεων των δημοσιονομικών πολιτικών σε έναν χώρο με κοινό νόμισμα, επέβαλε την ενημερωμένη δεύτερη έκδοση της παρούσας μελέτης. Ειδικότερα, η δεύτερη αυτή έκδοση πραγματεύεται επίσης το ισχύον θεσμικό πλαίσιο των κανόνων, μηχανισμών και διαδικασιών που διαμορφώνουν την οικονομική διακυβέρνηση στην Ένωση και επηρεάζουν την κατάρτιση του εθνικού προϋπολογισμού, μετά και τις τελευταίες αλλαγές, ενώ προστίθενται και νέα κεφάλαια σχετικά με το εθνικό δίκαιο.

Ειδικότερα, η νέα μελέτη αποτελείται από εννέα κεφάλαια και περιλαμβάνει επιπρόσθετα, σχετικά με τον Κρατικό Προϋπολογισμό την ανάλυση της έννοιας αυτού και της σημασίας του, τον σκοπό του, τη λειτουργία, τα όργανα κατάρτισης και κυρίως, τις αρχές (Κανόνες) κατάρτισής του. Αναλύει επίσης, το Δημοσιονομικό Συμβούλιο και τις αρμοδιότητές του, στις οποίες περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η αξιολόγηση των μακροοικονομικών προβλέψεων που ενεργούνται από το Υπουργείο Οικονομικών με σκοπό την υιοθέτησή τους.

Σε επίπεδο Ένωσης, προσεγγίζει τον Προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ερμηνευτική ανάλυση των γενικών αρχών που τον διέπουν, της χρηματοδότησής του και της δημοσιονομικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναλύει στο πλαίσιο αυτό τα χαρακτηριστικά του συστήματος ιδίων πόρων της Ένωσης, της υλοποίηση του συστήματος αυτού,  τα είδη των ιδίων πόρων και παρουσιάζει τους δυνητικοί νέους πόρους.

Κυρίως όμως, αναλύει κριτικά τη θέσπιση της γενικής ρήτρας διαφυγής και την ενεργοποίησή της για την αντιμετώπιση των πρόσφατων προκλήσεων. Προσεγγίζεται ερμηνευτικά η ανάγκη θέσπισης ειδικών διατάξεων στους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, ώστε να καταστεί δυνατή η συντονισμένη απόκλιση από τις κανονικές απαιτήσεις και δεσμεύσεις του Συμφώνου για όλα τα κράτη μέλη σε περίπτωση γενικευμένης κρίσης ως συνέπεια της σοβαρής επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ ή στην ΕΕ συνολικά. Αναλύεται πως η πανδημία COVID-19, η αυξημένη αβεβαιότητα και οι έντονοι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές λόγω του πολέμου στην Ευρώπη, οι άνευ προηγουμένου αυξήσεις των τιμών της ενέργειας και οι συνεχιζόμενες διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού οδήγησαν αρχικά στην εφαρμογή της και ακολούθως, στην παράταση της εφαρμογής της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ήδη έως το 2024.

Επισημαίνεται και αναλύεται πως, ταυτόχρονα με τη θέσπιση της ρήτρας διαφυγής συστήθηκε και ταμείο ανάκαμψης της ΕΕ με σκοπό να μετριαστούν οι επιπτώσεις της κρίσης στους πολίτες και στις επιχειρήσεις των χωρών της ΕΕ, καθώς και ο νέος μηχανισμός χρηματοδότησης ύψους 806,9 δισεκατομμυρίων ευρώ, το «NextGeneration EU» (NGEU), με ορίζοντα την εκταμίευση του συνόλου των χρημάτων και την κατά το δυνατόν επίτευξη των στόχων μέχρι το τέλος του 2026 και την επάνοδο της δημοσιονομικής τροχιάς.

Τέλος, αναλύεται και η διαδικασία αξιολόγησης και αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, οι προτάσεις αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάκαμψης στην μετα-κορονοιό εποχή και η αποτίμηση των κατευθύνσεων της αναθεώρησης του ΣΣΑ, με τα στοιχήματα και τις επιδιώξεις των επιμέρους κρατών μελών, οι συσχετισμοί στις επιδιώξεις των οποίων θα καθορίσουν την επόμενη μέρα της Ένωσης.

7

6

Το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά την οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής οικονομίας δεδομένων», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσ/νίκη, 2024.

Το παρόν σύγγραμμα πραγματεύεται το ζήτημα του δικαιώματος στην προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα τον ιδιαίτερο ρόλο τον οποίο διαδραματίζει κατά τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής οικονομίας δεδομένων. Συγκεκριμένα, αναλύει ερμηνευτικά την έννοια του δικαιώματος, την εθνική και υπερεθνική του κατοχύρωση και τις μεταβολές που έλαβαν χώρα, διαχρονικά, σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας και ενωσιακού δικαίου πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου. Ακόμη, αναλύει το περιεχόμενο και την εξέλιξη της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τη σχέση της με το δικαίωμα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, κεφαλαίων και υπηρεσιών και με τον στόχο της ενιαίας εσωτερικής αγοράς.

Η μελέτη, εξετάζει το στόχο της δημιουργίας ευρωπαϊκής οικονομίας δεδομένων, ως έκφανση της ενιαίας ευρωπαϊκής ψηφιακής αγοράς και ταυτόχρονα τη χρήση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων και του Κανονισμού 2018/1807, ως μέσων για την επίτευξη του στόχου αυτού. Κυρίως, αναλύει κριτικά και εμβαθύνει στις προκλήσεις στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και ιδίως στην τάση εμπορευματοποίησής τους και στο ζήτημα της αναγνώρισης περιουσιακού δικαιώματος επί των δεδομένων, καθώς και στις σταθμίσεις σε περίπτωση σύγκρουσής του με άλλα δικαιώματα. Καταλήγει και τεκμηριώνει το ότι παρατηρείται υποχώρηση του επιπέδου προστασίας των προσωπικών δεδομένων και θυσία του στο βωμό των οικονομικών συμφερόντων. Για τον λόγο αυτό προτείνει την ενίσχυση της θεσμικής θέσης των υποκειμένων των δικαιωμάτων, προκειμένου να αποκτήσουν και να διατηρήσουν τα τελευταία την εξουσία και την ουσιαστική επιλογή σχετικά με το εάν επιθυμούν, ή όχι να υποστούν επεξεργασία τα προσωπικά τους δεδομένα κι έτσι να παραμείνουν κυρίαρχα της ιδιωτικότητάς τους, με απόλυτο σεβασμό της αξίας τους, ανεξάρτητα από τον βαθμό της τεχνολογικής προόδου.

«Οι δημόσιες συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών» Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2025

Το παρόν έργο, πραγματεύεται ζητήματα που άπτονται της ανάθεσης, του προσυμβατικού ελέγχου και της εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων προμηθειών και παροχής υπηρεσιών. Προσεγγίζει και ερμηνεύει τόσο διαχρονικά ζητήματα, όσο και τις νέες εξελίξεις, μέσα από θεωρητική ανάλυση, περιπτωσιολογία και νομολογία, τόσο των εθνικών Δικαστηρίων όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με έμφαση στην ερμηνεία κυρίως των σχετικών Οδηγιών της Ένωσης. Φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο για όλους τους εφαρμοστές του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, τη Διοίκηση, η οποία έχει το ρόλο της αναθέτουσας αρχής, τους οικονομικούς φορείς που διαγωνίζονται, τους φορείς που συγκροτούν το πλέγμα της έννομης προστασίας στις δημόσιες συμβάσεις, Δικαστές και μέλη της ΕΑΔΗΣΥ, καθώς και τους μαχόμενους δικηγόρους. Μέσα από το σύγγραμμα επιχειρείται να αναλυθούν, ιδίως, τα εξής ζητήματα: η έννοια της δημόσιας σύμβασης προμήθειας και υπηρεσίας, αλλά και της μεικτής σύμβασης, η διαδικασία από την υποβολή της προσφοράς μέχρι και την κατάρτιση της δημόσιας σύμβασης, ο προσυμβατικός έλεγχος των δημοσίως συμβάσεων από το Ελεγκτικό Συνέδριο, η αμφισβήτηση των πράξεων του προσυμβατικού ελέγχου, ζητήματα σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο εκτέλεσης των δημοσίων συμβάσεων προμήθειας και υπηρεσίας, η διενέργεια της παραλαβής του συμβατικού αντικειμένου, οι κυρώσεις που ενδεχομένως να υποστεί ο ανάδοχος από την πλημμελή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων, η έννομη προστασία του αναδόχου από βλαπτικές πράξεις και παραλείψεις της αναθέτουσας αρχής κατά την ανάθεση, τον προσυμβατικό έλεγχο και την εκτέλεση μιας δημόσιας σύμβασης, οι τρόποι επιδίωξης των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων του αναδόχου έναντι της αναθέτουσας αρχής.

Β. ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΡΘΡΑ

1

«Οι συνθήκες άσκησης του Δικηγορικού Λειτουργήματος ευθύνη όλων», σε Ενώπιον, Διμηνιαία έκδοση του ΔΣΘ, τεύχος 36, Νοε. - Δεκ. 2006,  σελ.16

Τα παρόν άρθρο πραγματεύεται τις συνθήκες άσκησης του δικηγορικού λειτουργήματος με αφορμή τη σύσταση από τον ΔΣΘ επιτροπής για κατάρτιση σχεδίου Κώδικα δεοντολογίας για τις σχέσεις δικηγόρων και ασκουμένων. Προβαίνει αρχικά σε σύγκριση των συνθηκών άσκησης τις προηγούμενες δεκαετίες, αποτυπώνει τη σύγχρονη πραγματικότητα και στηλιτεύει τη διάσταση ανάμεσα στη θεωρητική πρόβλεψη του Κώδικα περί Δικηγόρων και την καθημερινότητα. Επισημαίνει την ατομική ευθύνη του κάθε δικηγόρου για τα ανωτέρω ζητήματα και αξιολογεί την πρόταση για τη δημιουργία σχολή δικηγόρων, επισημαίνοντας την αντίθεση του συγγραφέα

2

«Προστασία προσωπικών δεδομένων και κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας», σε Ενώπιον, διμηνιαία έκδοση ΔΣΘ , Τεύχος 40, Ιουλ. – Αυγ. 2007, σελ.26

Το εν λόγω άρθρο, με αφορμή την υπόθεση για τις κάμερες διαχείρισης κυκλοφορίας, επιχειρεί να προβεί σε στάθμιση ανάμεσα αφενός στη δημόσια ασφάλεια και αφετέρου στην προστασία των προσωπικών δεδομένων και του ιδιωτικού βίου και να επιχειρηματολογήσει σχετικά με το εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση προσβάλλεται ο πυρήνας των θιγόμενων ατομικών δικαιωμάτων. Ειδικότερα, διαλαμβάνεται ότι τα δεδομένα ήχου και εικόνας, που συνδέονται με φυσικά πρόσωπα, αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η δε λήψη, καταγραφή, διαβίβαση και αποθήκευση των παραπάνω δεδομένων με συστήματα αντίστοιχα με το C4I κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης συνιστά επεξεργασία τους και είναι καταρχήν απαγορευμένη, αφού προσβάλλει την ιδιωτική σφαίρα του ατόμου, που αποτελεί και έκφανση της προσωπικότητας του. Κατ’ εξαίρεση, τέτοιου είδους επεξεργασία θεωρείται επιτρεπτή, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση των παρακολουθούμενων, για την προστασία προσώπων ή αγαθών ή τη ρύθμιση της κυκλοφορίας, εφόσον τηρούνται οι αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και σύμφωνα με τους όρους, κυρίως του Ν. 2472/97 περί προστασίας προσωπικών δεδομένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω και των δυνατοτήτων του συγκεκριμένου συστήματος, υποστηρίζεται πως η καταγραφή και επεξεργασία των κινήσεων και της συμπεριφοράς είναι μέτρο δυσανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό η δε λειτουργία του συστήματος αντίκειται και προσβάλλει τον πυρήνα των ως άνω ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών.

3

«Η ασφαλιστική εισφορά ως οικονομικό βάρος και η αναδρομική επιβολή της», σε Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου», Ιουλ – Αύγ. 2012, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 470

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη νομική φύση της ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία αποτελεί το κύριο δημόσιο έσοδο των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης ως φορέων της γενικής κυβέρνησης, εξετάζει εάν οι εν λόγω εισφορές εντάσσονται στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 78 παρ. 2 Σ. και αναλύει τη «νομιμότητα» αναδρομικής επιβολής ασφαλιστικών βαρών, ως επιλογή κάλυψης του δημοσιονομικού κενού στο τομέα της κοινωνικής ασφάλισης. Ειδικότερα, στη μελέτη υποστηρίζεται ότι, ενώ δεν είναι δυνατή η υπαγωγή της ασφαλιστικής εισφοράς στην έννοια του φόρου, λόγω του ανταποδοτικού της χαρακτήρα, εντούτοις, η έννοια των ασφαλιστικών εισφορών εντάσσεται στην έννοια του «οικονομικού βάρους» του άρθρου 78 παρ. 2 Σ και συνεπώς, δεν είναι επιτρεπτή από το Σύνταγμα η αναδρομική επιβολή ασφαλιστικών εισφορών πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε. Επιπρόσθετα, υποστηρίζεται ότι και η διοίκηση δεσμεύεται από την αρχή της μη αναδρομικής επιβολής εισφορών, ως ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της χρηστής και εύρυθμης διοίκησης καθώς και της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αρκεί βέβαια να συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις που αναλύονται λεπτομερώς στη μελέτη.

4

«H αρμοδιότητα πειθαρχικού ελέγχου σε μέλος ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής για παραπτώματα που συνδέονται με το κλινικό του έργο σε Πανεπιστημιακή κλινική, ανήκει στα όργανα του Πανεπιστημίου ή στα όργανα του Νοσοκομείου και της ιεραρχίας του Υπουργείου Υγείας;», σε Αρμενόπουλο, τεύχος 1, Ιανουάριος 2013, έκδοση του ΔΣΘ, σελ. 182.

Η εν λόγω δημοσίευση αναλύει την αρμοδιότητα πειθαρχικού ελέγχου μέλους ΔΕΠ της Ιατρικής Σχολής για παραπτώματα που συνδέονται με το έργο τους σε Πανεπιστημιακή κλινική και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αρμοδιότητα ανήκει στα όργανα του Πανεπιστημίου. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 6 Σ. οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί που απολαμβάνουν θεσμικές εγγυήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων και την επιτέλεση του έργου τους. Στο πλαίσιο δε της πλήρους αυτοδιοίκησης των ΑΕΙ, περιλαμβάνεται και η εξουσία τους να αποφασίζουν για δικές τους υποθέσεις, με δικά τους όργανα, στην οποία περιλαμβάνεται προεχόντως η εξουσία εκλογής του διδακτικού αλλά και του υπαλληλικού προσωπικού, επομένως δε και απόλυσης του προσωπικού αυτού, εντός των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία τους. Με δεδομένο άλλωστε, ότι το κλινικό έργο που παρέχουν στα Νοσοκομεία τα μέλη ΔΕΠ των ιατρικών σχολών συνδέεται άρρηκτα και αποτελεί ενιαία ενότητα με το συνολικό ακαδημαϊκό – διδακτικό και ερευνητικό τους έργο, αν ληφθεί υπόψη ότι είναι ο τόπος στον οποίο λαμβάνει χώρα η εκπαίδευση των φοιτητών αλλά και σημαντικό μέρος του ερευνητικού έργου, ο νομοθέτης προβλέπει την τοποθέτηση των καθηγητών των ΑΕΙ σε κλινικές αποκλειστικά από όργανα του Πανεπιστημίου, τα οποία, σύμφωνα και με την νομολογία, είναι τα μόνα αρμόδια να απομακρύνουν τον πανεπιστημιακό ιατρό από την κλινική. Συνεπώς, κατά τον συντάκτη, και η αρμοδιότητα πειθαρχικού ελέγχου των μελών ΔΕΠ των Iατρικών Σχολών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των Πανεπιστημιακών οργάνων.

5

«Περιορισμοί του δικαιώματος εκλογής κατ’ άρθρο 217 Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) (άρθρο 104 «Εκλογιμότητα» του σχεδίου του νέου Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ο τελευταίος δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση) : Συνταγματικά θεμιτοί ή όχι ;» σε Αρμενόπουλο, τεύχος 7, Ιούλιος 2013, έκδοση του ΔΣΘ, σελ. 1419

Με το εν λόγω άρθρο επιχειρείται να αναλυθεί εάν είναι Συνταγματικά θεμιτή η προϋπόθεση που τίθεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (υφιστάμενο και σχέδιο νέου Κώδικα) για την εκλογή στο αξίωμα του Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου σε Συλλόγους που εδρεύουν σε έδρα εφετείου η συμπλήρωση δεκαετούς τουλάχιστον δικηγορικής υπηρεσίας. Αναλύονται το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 Σ.) και το άρθρο 12 παρ. 1 του Συντάγματος. Κατά τη γνώμη του συντάκτη ο συγκεκριμένος περιορισμός παραβιάζει το άρθρο 4 παρ. 1 και την αρχή της αναλογικότητας, καθώς εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των νέων δικηγόρων σε σχέση με τους μεγαλύτερους σε ηλικία. Τούτο διότι το κριτήριο της δεκαετούς δικηγορικής υπηρεσίας αφενός δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατάλληλο και πρόσφορο για τη διακρίβωση της εμπειρίας που απαιτεί ο νόμος για την κατάληψη της θέσης του Προέδρου, αφετέρου δεν είναι ούτε αναγκαίο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό της διασφαλίσεως της ικανής εκπροσωπήσεως των συλλογικών επαγγελματικών συμφερόντων του Δικηγορικού Συλλόγου και εκ τρίτου οι δυσμενείς συνέπειες που προκαλούνται με τον συγκεκριμένο περιορισμό – κώλυμα, ήτοι αφενός ο αποκλεισμός σχεδόν του μισού εκλογικού σώματος από την εκλογή στο αξίωμα του Προέδρου και αφετέρου η αποστέρηση από όλα τα μέλη των Δικηγορικών Συλλόγων του δικαιώματος να επιλέξουν ως Πρόεδρό τους συνάδελφο από την παραπάνω κατηγορία, η δραστική δηλαδή, συρρίκνωση του εκλογικού δικαιώματος και του δικαιώματος επιλογής όλων των δικηγόρων, σαφώς και τελούν σε προφανή δυσαναλογία με τον επιδιωκόμενο σκοπό της ικανής εκπροσώπησης των συλλογικών επαγγελματικών τους συμφερόντων και υποβαθμίζουν τους Δικηγόρους, παραβιάζοντας έτσι και την εν στενή εννοία αρχή της αναλογικότητας. Επιπρόσθετα, η δραστική συρρίκνωση του εκλογικού δικαιώματος όλων των μελών των Συλλόγων, θίγει ευθέως και άμεσα την αυτοδιοίκηση του νομικού προσώπου, ώστε παραβιάζεται και το άρθρο 12 παρ. 1 Συντ.

6

«Η θέσπιση κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού: απλή δυνατότητα ή συνταγματική επιταγή;» σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 3/2013, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 600

Στη συγκεκριμένη μελέτη, με αφορμή το νέο φορολογικό νομοσχέδιο προς αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας και την κατάργηση του αφορολογήτου ορίου για τους ελεύθερους επαγγελματίες, εξετάζεται εάν είναι συνταγματικά ανεκτή η πλήρης κατάργηση του αφορολογήτου ορίου και εάν προβλέπεται κατώτατο όριο αφορολόγητου ποσού από το ισχύον Σύνταγμα. Αναλύονται οι αρχές της φορολογικής δικαιοσύνης, της καθολικότητας του φόρου και της φορολογικής ισότητας. Επίσης, αναλύεται η έννοια της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών και τα προσδιοριστικά στοιχεία αυτής, απαραίτητα προκειμένου να καθοριστεί η πραγματική οικονομική δύναμη του φορολογουμένου. Η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα πως η πλήρης κατάργηση του αφορολόγητου ποσού εισοδήματος θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση του φορολογουμένου και συνεπώς προσβάλλει τη συνταγματική αρχή του άρθρου  2 παρ. 1 Σ για το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ταυτόχρονα, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 και 5 του Συντάγματος, δεδομένου πως με την κατάργηση του αφορολογήτου δε λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα εκάστου φορολογούμενου. Συνεπώς, κατά τον συντάκτη, δεν είναι ανεκτή από το ισχύον Σύνταγμα η πλήρης κατάργηση της πρόβλεψης ενός κατώτατου ορίου αφορολόγητου ποσού. Ως κατώτατο δε όριο αυτού τίθεται το όριο της αξιοπρεπούς διαβίωσης.

7

«Εθνική κυριαρχία, Ο.Ν.Ε. και δημοσιονομική πειθαρχία στην εποχή των μνημονίων», Δημόσια Οικονομικά και Δίκαιο, τιμητικός τόμος καθηγητή Ν. Μπάρμπα, εκδόσεις Σάκκουλα, 2013, σελ. 239

8

«Συμβάσεις εργολαβίας εταιρειών παροχής υπηρεσιών στο Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), τους φορείς και οργανισμούς του δημόσιου τομέα». Συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 68 Ν. 3863/2010 παράγραφος 5, ως ισχύει. σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 5/2013, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 1179.

Στη συγκεκριμένη μελέτη αναλύεται δογματικά η ανοχή του Ελληνικού Συντάγματος στο φαινόμενο της εκχώρησης αρμοδιοτήτων από τα κράτη μέλη προς την Ένωση, στην πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αρχικά παρουσιάζονται οι απόψεις που διατυπώθηκαν στην ελληνική συνταγματική θεωρία, εκκινώντας από τη συνταγματική θεμελίωση της ένταξης της Ελλάδας στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες και συνεχίζοντας με το κατά πόσο μπορεί το άρθρο 28Σ να εξακολουθεί να παρέχει συνταγματικό έρεισμα στους περιορισμούς της κυριαρχίας που συνεπάγονται τα μετέπειτα στάδια της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όσο καταλυτικοί κι αν αποδειχθούν οι περιορισμοί αυτοί. Ακολούθως, αναλύονται οι διατάξεις του Συντάγματος που σχετίζονται με τη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική της χώρας και τη φορολογική εξουσία αυτής, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες προβλέψεις του δικαίου της Ένωσης, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η συμμετοχή της χώρας στην Ο.Ν.Ε. αντιβαίνει στις συγκεκριμένες διατάξεις. Τέλος, παρουσιάζονται οι ιδιαιτερότητες που ανακύπτουν από την ενεργοποίηση του «μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας», τη δανειακή Σύμβαση που υπέγραψε η Ελλάδα και γενικότερα από τη λύση που επιλέχθηκε σε επίπεδο Ένωσης προκειμένου να ξεπεραστεί η κρίση χρέους και δανεισμού που αντιμετωπίζουν κράτη μέλη αυτής. Υποστηρίζεται ότι η τελική στάθμιση ανάμεσα στις επιταγές του εθνικού συμφέροντος για εντονότερη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και στα όρια που θέτουν οι θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές γίνεται από το Κοινοβούλιο, που είναι το μόνο αρμόδιο και νομιμοποιούμενο όργανο στο πλαίσιο του πολιτεύματός μας. Η τελική απόφαση συνιστά μια βαθύτατα πολιτική επιλογή. Το δε Σύνταγμα, ιδωμένο όχι ως κείμενο άκαμπτων αρχών, όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο στις παραχωρήσεις κυριαρχίας που απαιτούνται στο πλαίσιο της πορείας προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, αλλά μπορεί να αποτελέσει ένα εξαιρετικό εργαλείο για την άσκηση της ευρωπαϊκής συγκυριαρχίας στην κατεύθυνση τόσο της αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών, όσο και της αλληλεγγύης μεταξύ γενεών, προβάλλοντας τον απαραβίαστο πυρήνα του ως θεσμικό ανάχωμα στις ορέξεις των αγορών και επιβάλλοντας ουσιαστικά τον έλεγχο της πολιτικής στην οικονομία.

Η εν λόγω μελέτη επιχειρεί να συμβάλει στην ερμηνεία της παραγράφου 5 του αρ. 68 ν. 3863/10, σχετικά με τις κυρώσεις που υφίσταται ο εργολάβος, στον οποίο έχει ανατεθεί η παροχή υπηρεσιών καθαρισμού ή/και φύλαξης από το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), τους φορείς και οργανισμούς του δημόσιου τομέα, σε περίπτωση που ο αποδέκτης των υπηρεσιών, είτε πρόκειται για την αναθέτουσα αρχή είτε όχι, διαπιστώσει παράβαση των όρων του άρθρου 68 ν. 3863/2010. Κατά πρώτον αναλύεται η έννοια του αποδέκτη των υπηρεσιών, η έννοια της  «παράβασης» η διαπίστωση της οποίας επιφέρει την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης και η έννοια του «χρονικού σημείου διαπίστωσης» της παράβασης ανάλογα με την οποία διαφοροποιούνται οι συνέπειες που επέρχονται. Ακολούθως, αναλύεται η διαφοροποίηση των συνεπειών που επισύρει ο νόμος, αναλόγως του χρονικού σημείου διαπίστωσης των παραβάσεων, ήτοι εάν οι παραβάσεις διαπιστωθούν κατά την εκτέλεση του έργου ή κατά τον χρόνο παραλαβής του. Αναλύεται η έννοια της παραλαβής, η χρονική έκταση του εν λόγω σταδίου και προσδιορίζεται ο δικαιολογητικός λόγος της διαφοροποίησης ανάμεσα στις κυρώσεις. Τέλος, αναλύονται οι ίδιες οι κυρώσεις και η σημασία τους για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη (αποδέκτη υπηρεσιών – εργολάβο –εργαζόμενους). Υποστηρίζεται ότι η ευθύνη που γεννά η διάταξη 68 παρ. 5 ν. 3863/2010 δεν είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη, αλλά αποτελεί παρακολούθημα της μη καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος και γεννά ουσιαστικά μία ιδιάζουσα εγγυητική εξασφαλιστική ευθύνη περί καταβολής των μισθών των εργαζομένων για το χρονικό διάστημα που ο εργολάβος υφίσταται τις κυρώσεις. Στην περίπτωση δε του εδαφίου β’ της κρίσιμης διάταξης, επέρχεται αυτοδίκαιη εκ του νόμου απόσβεση όλων των από τη σύμβαση αξιώσεων του εργολάβου. Τέλος, επισημαίνεται πως η διάταξη του άρθρου 68 παρ. 5 του ν. 3863/2010, δεν εισάγει κανόνα δικονομικού δικαίου θεμελιωτικού της αρμοδιότητας των πολιτικών δικαστηρίων, παρά μόνο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιωτικού ευθύνης, ώστε αρμόδια για την επίλυση οποιωνδήποτε διαφορών από την εκτέλεση της διοικητικής - δημόσιας σύμβασης παραμένουν τα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια.

9

«Η δυνατότητα των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α΄ βαθμού να προβαίνουν σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις λόγω δημόσιας ωφέλειας», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 2/2015, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 168

10

«Taxplanning και διεθνής φοροαποφυγή: αλληλένδετες έννοιες, νομικοηθικάαμφίσημες»,Σ. Μαυρίδης – Β. Βλασιάδου,  σε Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας, τεύχος 1558, Τόμος 69, Μάρτιος 2015, σελ. 403

Η παρούσα δημοσίευση αναλύει τη δυνατότητα των Δήμων και Κοινοτήτων να απαλλοτριώνουν αναγκαστικά αστικά ή αγροτικά ακίνητα για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Αρχικά προσδιορίζονται οι νομοθετικές διατάξεις στις οποίες προβλέπεται η εν λόγω αρμοδιότητα των ΟΤΑ Ά βαθμού καθώς και το σχετικό θεσμικό πλαίσιο ως έχει διαμορφωθεί μετά την έκδοση του ν. 3852/2010 (Καλλικράτης), με παράλληλη ανάλυση των προϋποθέσεων που απαιτεί η νομολογία για την υλοποίηση των σχετικών προβλέψεων. Επισημαίνεται ωστόσο, η προβληματική εφαρμογή τους στην πράξη που οδήγησε σε υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και του περιβάλλοντος και τα συνακόλουθα ερωτήματα που εγείρονται, ιδίως ενόψει του άρθρου 24 του Συντάγματος το οποίο προστατεύει το φυσικό περιβάλλον και επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Υποστηρίζεται, με βάση την ανωτέρω διαπίστωση, πως οι κρίσιμες διατάξεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, εξακολουθούν να ισχύουν και να παράγουν έννομα αποτελέσματα, πλην όμως η κανονιστική τους ισχύς και ακολούθως η εξουσία (και αρμοδιότητα) των ΟΤΑ Α΄ βαθμού, περιορίζεται υπό το πρίσμα της ερμηνείας του άρθρου 24 του Συντάγματος και της πολεοδομικής νομοθεσίας. Τέλος, επισημαίνεται η απαραίτητη διαδικασία για τη λήψη μια τέτοιας απόφασης από ΟΤΑ Α΄ βαθμού, καθώς και τα αμφισβητούμενα ζητήματα σχετικά με την αρμοδιότητα για τις διαφορές που γεννώνται από την προσβολή ατομικών πράξεων, εκδιδομένων κατ’ εφαρμογή των σχετικών διατάξεων.

Στη μελέτη αναλύεται η έννοια της φοροαποφυγής και η προσπάθεια αντιμετώπισής από τον νέο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος (Ν. 4172/2013), με ανάλυση του κανονιστικού περιεχομένου των άρθρων 65 και 66 αυτού. Προσεγγίζονται εννοιολογικά οι νεοεισαχθείσες αόριστες νομικές έννοιες του «Κράτους με προνομιακό φορολογικό καθεστώς» και της «Ελεγχόμενης Αλλοδαπής Εταιρίας, αλλά και γενικότερα γίνεται προσπάθεια οριοθέτησης των περιπτώσεων διαπίστωσης «αμιγώς επίπλαστων καταστάσεων», όπως απαιτεί η διατύπωση των κρίσιμων διατάξεων του ΚΦΕ, με παράλληλη αναφορά και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην Δ.Ε.Κ.). Σύμφωνα με τη μελέτη, το Πέμπτο Μέρος του Κ.Φ.Ε., το οποίο είναι αφιερωμένο στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και της φοροαποφυγής, ακολουθεί, μέσα σε συνθήκες ακραίας οικονομικής κρίσης, τη φιλοσοφία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ο.Ο.Σ.Α τόσο απέναντι στη φοροδιαφυγή, όσο και στην φοροαποφυγή, δύο φαινόμενα που αποτελούν τις βασικές αιτίες υστέρησης των φορολογικών εσόδων και συνεπώς, αποτυχίας του προϋπολογισμού και επιδείνωσης της δημοσιονομικής θέση της Χώρας. Ωστόσο, ουσιαστική αλλαγή εντοπίζεται στην αντιστροφή του βάρους απόδειξης, από τη φορολογική αρχή στο φορολογούμενο, γεγονός που καταδεικνύει την αδυναμία έγκαιρης και αποτελεσματικής δράσης του φοροελεγκτικού μηχανισμού, κατά τη σύλληψη των κεκαλυμμένων τεχνικών φοροαποφυγής. Τέλος, επισημαίνεται η αυστηρή διατύπωση της ελληνικής διάταξης σε σχέση με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε.

11

12

Ο διάλογος ΕΔΔΑ και εθνικού Δικαστή ως προς την πολλαπλή επιβολή κυρώσεων και την αρχή «nebis in idem», με αφορμή την υπ’ αριθμόν 1741/2015 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, σε περιοδικό «Το Σύνταγμα», τεύχος 4/2015, εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, σελ. 961 επ.

«Η δημοσιονομική διόρθωση κατά τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων», σε Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας, τεύχος 1589, Τόμος 70. Σεπτέμβριος 2016, σελ. 995.

Με αφορμή την υπ’ αριθμόν 1741/2015 απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας, αναλύεται ο διάλογος μεταξύ του Δικαστηρίου του Στρασβούργου και του εθνικού δικαστή, ως προς το ζήτημα της Συνταγματικότητας και της συμβατότητας με υπερνομοθετικής ισχύος κείμενα του προβλεπόμενου, από το εθνικό δίκαιο, συστήματος επιβολής πολλαπλών τελών (διοικητική κύρωση) και ταυτόχρονα επιβολής ποινής από τα ποινικά δικαστήρια στον διαπράξαντα λαθρεμπορία Η συγκεκριμένη απόφαση προσεγγίζεται σε συνδυασμό με την ΣτΕ 2067/2011 και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 30ής Απριλίου 2015, Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδος [προσφυγή 3453/12, 42941/12 και 9028/13] και δευτερευόντως και με την ΣτΕΟλ 2403/2015, η οποία έλυσε σχετικά διαδικαστικά – δικονομικά ζητήματα και κυρίως τη δικονομική αντιμετώπιση της εξέτασης από το διοικητικό δικαστήριο του αμετακλήτου της οικείας ποινικής. Στο κείμενο αναλύεται η εφαρμογή της αρχής «nebisinidem» στις διοικητικές κυρώσεις, καθώς και οι διάφορες προτάσεις νομοθετικής αντιμετώπισης των κρίσιμων ζητημάτων, οι οποίες κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί. Τέλος, προτείνεται ο εξορθολογισμός των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων (πολλαπλά τέλη), λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τις σοβαρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες που έχει το φαινόμενο της λαθρεμπορίας.

Μελέτη στην οποία αναλύεται, κατά πρώτον, το νομοθετικό πλαίσιο της δημοσιονομικής διόρθωσης σχετικά με τα προγράμματα των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων, τόσο σε επίπεδο Ένωσης όσο και σε εθνικό επίπεδο, δυνάμει του οποίου πραγματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η θέσπιση του αναγκαίου πλαισίου για τον έλεγχο των δαπανών και την ανάκτηση των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθέντων, υπό μορφή χρηματοδοτήσεων, εθνικών ή ευρωπαϊκών πόρων στο πλαίσιο επιχειρησιακών προγραμμάτων που αποσκοπούν στην επίτευξη των ευρωπαϊκών στόχων. Ακολούθως, αναλύονται οι προϋποθέσεις για τη λήψη της απόφασης για δημοσιονομική διόρθωση και οι οποίες αφορούν στη φύση της ίδιας της απόφασης, στο πρόσωπο του δικαιούχου, στην αναγκαία αιτιολογία που πρέπει να διαλαμβάνει η απόφαση και στο καταλογιστέο ποσό. Αναλύεται επίσης, η ευθύνη του δημοσίου υπολόγου και παρουσιάζεται η διαδικασία επιβολής της δημοσιονομικής διόρθωσης. Από τη μελέτη αναδεικνύεται η ουσιαστική διαφοροποίηση της έκδοσης καταλογιστικής πράξης στο πεδίο υλοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων σε σχέση με τα όσα ισχύουν επί διαδικασίας καταλογισμού δημοσίου υπολόγου (de jure, de facto) όταν ο τελευταίος διαχειρίζεται εθνικό δημόσιο χρήμα.

13

14

«''Φορολογικά ενήμερος''...η σύγχρονη ελληνική χίμαιρα. Αποδεικτικό Φορολογικής Ενημερότητας. : πεδίο ισχύος και προϋποθέσεις χορήγησης», Σ. Μαυρίδης – Β. Βλασιάδου, σε «ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ», Επιστημονικό Περιοδικό Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), 2016, Τεύχος 3 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος), σελ. 344

«Δημόσιο χρήμα, υπόλογοι και ελεγκτικοί μηχανισμοί: ο κατασταλτικός έλεγχος βήμα προς βήμα», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 4/2016, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 488.

Μελέτη στην οποία αναλύεται η εθνική νομοθεσία σχετικά με το Αποδεικτικό Φορολογικής ενημερότητας, το πεδίο ισχύος του και τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Παρουσιάζεται η ratioτης βασικής διάταξης του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και των σχετικών εγκυκλίων (ΠΟΛ). Ο βασικός κανόνας και οι σωρευτικές προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτούντα Α.Φ.Ε προκειμένου να του χορηγηθεί το αποδεικτικό. Εντούτοις, αναδεικνύεται πως οι εξαιρετικές υποπεριπτώσεις που ο νομοθέτης έχει θέσει, όπως αυτές έχουν εξειδικευτεί στο άρθρο 11 της ΠΟΛ. 1274/2013, μεταθέτουν, επί της ουσίας, σε δεύτερο χρόνο, την εξακρίβωση της πλήρωσης των προϋποθέσεων του γενικού κανόνα. Στις ρυθμίσεις δε αυτές εντοπίζονται νομικοτεχνικές ατέλειες, οι οποίες λεπτομερώς προσδιορίζονται στην παρούσα μελέτη, και σε κάποια σημεία αυθαίρετες υπερβάσεις του νομοθέτη, με το πρόσχημα πάντοτε της διασφάλισης του «δημοσίου συμφέροντος». Ώστε τελικά, αφενός αναδεικνύεται η δυστοκία του σύγχρονου ελληνικού φορολογικού συστήματος, να οριοθετήσει, σε πραγματικό χρόνο, το πεδίο ισχύος του αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας και τις προϋποθέσεις χορήγησης αυτού και αφετέρου προτείνονται οι ρυθμίσεις που θα πρέπει να λάβουν χώρα προκειμένου να αποκατασταθούν οι αστοχίες και να επαναπροσδιοριστούνοι όροι χορήγησης αυτού.

Πρόκειται για μελέτη που αναλύει και παρουσιάζει τον κατασταλτικό έλεγχο των δημοσίων δαπανών στο σύνολό του. Ειδικότερα, αναλύεται δογματικά ο έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων, ο οποίος συνίσταται στον έλεγχο της διαχείρισης του δημοσίου χρήματος ή υλικού με βάση τη σχετική νομοθεσία του δημοσιονομικού δικαίου. Προσεγγίζονται εννοιολογικά οι όροι του «δημοσίου υπολόγου» και του «ελλείμματος» και διερευνάται το περιεχόμενο και η διαδικασία του κατασταλτικού ελέγχου. Κατηγοριοποιούνται οι «δημόσιοι υπόλογοι», παρέχονται νομολογιακά παραδείγματα και προδιορίζονται οι έννοιες του De jure, de facto υπόλογου, συνευθυνόμενου και αχρεωστήτωςλαβόντα. Αναλύεται η ευθύνη των ως άνω προσώπων και η έννοια του ελλείμματος, ουσιαστικού και τυπικού. Ακολούθως προσεγγίζεται η διαδικασία του ελέγχου βήμα προς βήμα, από τον Οικονομικό Επιθεωρητή και ήδη Δημοσιονομικό Ελεγκτή, από τον οικείο Διατάκτη και από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Παρουσιάζεται η διαδικασία και τα όργανα του καταλογισμού και τέλος, αναλύεται η φύση της καταλογιστικής πράξης και οι δικαιοπολιτικές εγγυήσεις που πρέπει να τηρούνται για τη νομιμότητα αυτής. Ο κατασταλτικός έλεγχος των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων συνιστά την τρίτη διακριτή, ισόρροπα συντρέχουσα και ισότιμα κατοχυρωμένη μορφή του συνταγματικώς οργανωμένου ελεγκτικού συστήματος. Με τον ex post έλεγχο των λογαριασμών σκοπείται η αποτελεσματική διασφάλιση των δημοσίων πόρων, η οποία ωστόσο δεν θα πρέπει να τρέπεται σε πεδίο καταδυνάστευσης των δημοσίων υπολόγων, στοιχείο που προκύπτει ξεκάθαρα από την παρούσα μελέτη.

15

«Η δικονομική αυτονομία των Κρατών-μελών κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου: η περίπτωση των δικονομικών Οδηγιών 89/665, 92/13 και 2007/66 για τις δημόσιες συμβάσεις», σε Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, τεύχος 3/2016, ΚΔΕΟΔ/ΔΣΘ, σελ.297

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται τη δικονομική αυτονομία που έχουν τα κράτη – μέλη κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και ιδίως, την περίπτωση των δικονομικών Οδηγιών που αφορούν στις δημόσιες συμβάσεις, με στόχο την προάσπιση του υγειούς ανταγωνισμού και του δημοσίου χρήματος. Αρχικά, αναλύεται η έννοια της δικονομικής αυτονομίας, ήτοι της νομολογιακής εκείνης κατασκευής που σκοπεί στο να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα του δικαίου της Ένωσης, όταν αυτό εφαρμόζεται από τα κράτη μέλη. Ακολούθως, αναλύονται οι περιορισμοί της δικονομικής αυτονομίας μέσα από τις αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας, ώστε τελικά παρουσιάζεται η ουσιαστική αμφισβήτηση του όρου «αυτονομία» των κρατών – μελών.  Ειδικά όσον αφορά στο πεδίο των δημοσίων συβάσεων, παρουσιάζονται οι λόγοι πρόβλεψης ειδικών δικονομικών Οδηγιών στο ενωσιακό δίκαιο, με τις οποίες ο ενωσιακός νομοθέτης παρενέβη ουσιαστικά στο δικαιοδοτικό σύστημα των κρατών μελών, περιορίζοντας σημαντικά την ευχέρειά τους να θεσπίζουν σχετικούς δικονομικούς κανόνες. Αναλύονται οι ουσιαστικές προβλέψεις των αρχικών Οδηγιών, παρουσιάζονται οι δυσλειτουργίες στο σύστημα ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων στο πλαίσιο των εν λόγω Οδηγιών, όπως αυτές προκύπτουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ένωσης και τελικά αναλύονται οι καινοτομίες της Οδηγίας 2007/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2007, που είναι η ισχύουσα Οδηγία. Κυρίως, αναλύεται το πώς οι ουσιαστικές προβλέψεις της εν λόγω Οδηγίας επηρεάστηκαν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Τέλος, επιχειρείται μια αποτίμηση των προβλέψεων της Οδηγίας και των συνεπειών που επιφέρει στη δικονομική αυτονομία των κρατών – μελών.

16

«Η υποχρέωση συμμόρφωσης των Ο.Τ.Α Α΄ βαθμού και των Νομικών τους Προσώπων και η υποχρέωση (;) για εξόφληση απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν με καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις που έχουν κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστές ή έχουν καταστεί τελεσίδικες», Στ. Μαυρίδης – Αν. Κουτουλίδου σε Αρμενόπουλο, τεύχος 1/2017, έκδοση του ΔΣΘ, σελ. 24

Η παρούσα μελέτη αναλύει την υποχρέωση των Δήμων και των δημοτικών νομικών προσώπων να προβούν σε εξόφληση απαιτήσεων που επιδικάστηκαν με δικαστικές αποφάσεις μέσα από δύο θεσμούς της ελληνικής έννομης τάξης, που συναρτώνται άμεσα με την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, ήτοι αφενός τη δυνατότητα εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων κατά του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α και των ν.π.δ.δ και αφετέρου την υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις. Αρχικά, αναλύεται η δυνατότητα κήρυξης δικαστικής απόφασης κατά Δήμου ή νομικού προσώπου Δήμου ως προσωρινά εκτελεστής τόσο στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των διοικητικών δικαστηρίων όσο και στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και αντίστοιχα, αφενός η υποχρέωση συμμόρφωσης σε προσωρινά εκτελεστή απόφαση και αφετέρου η δυνατότητα επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης με απόφαση προσωρινά εκτελεστή. Ακολούθως, προσεγγίζεται το ζήτημα του αν υπάρχει υποχρέωση των ΟΤΑ να εξοφλήσουν αφενός απαίτηση που επιδικάστηκε με καταψηφιστική απόφαση προσωρινά εκτελεστή και αφετέρου απαίτηση που επιδικάστηκε με καταψηφιστική απόφαση που κατέστη τελεσίδικη, τόσο εν γένει όσο και σε συνδυασμό με την υποχρέωση εξάντλησης των ενδίκων μέσων από τους Δήμους στις περιπτώσεις που αυτή προβλέπεται. Τέλος, αναλύεται η θέση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τα ανωτέρω ζητήματα και τις δημοσιονομικές συνέπειες στους Δήμους.

17

«Ο ακυρωτικός έλεγχος αποφάσεων των οργάνων διοίκησης των ΝΠΔΔ : Οι αποφάσεις περί αποχής των δικηγόρων (σκέψεις με αφορμή την ΣτΕ(Ολομ.) 1466/2016)», σε «ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ», Επιστημονικό Περιοδικό Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), 2016(1), Τεύχος  (4), Οκτώβριος – Δεκέμβριος), σελ. 496

Το παρόν άρθρο πραγματεύεται τον ακυρωτικό έλεγχο των αποφάσεων των οργάνων διοίκησης των ΝΠΔΔ, με όχημα τις αποφάσεις που έλαβαν τα ΔΣ των Δικηγορικών Συλλόγων περί αποχής των δικηγόρων και με αφορμή τον έλεγχο των εν λόγω αποφάσεων από το ανώτατο ακυρωτικό και κυρίως την απόφαση ΣτΕ(Ολομ.) 1466/2016. Η ανάλυση έχει δύο σκέλη, αφενός το ουσιαστικό, σχετιζόμενο με την κρίση περί (αντι)συνταγματικότητας της κηρυχθείσας αποχής των δικηγορικών συλλόγων και αφετέρου το δικονομικό σκέλος σχετικά με την εκτελεστότητα των προσβαλλόμενων πράξεων. Όσον αφορά στο δικονομικό παρουσιάζεται ο προβληματισμός σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 32 π.δ./τος 18/1989 και την κατασκευή στην οποία προέβη το Δικαστήριο, προκρίνεται ωστόσο από τον μελετητή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 32 παρ. 3 π.δ./τος 18/1989. Όσον αφορά στα ουσιαστικά ζητήματα, αρχικά θεμελιώνεται συνταγματικά το δικαίωμα κήρυξης αποχής και παρουσιάζεται το σύστημα ελέγχου των περιορισμών των δικαιωμάτων, ώστε τελικά προτείνεται ένας περιορισμός που ενδεχομένως θα ικανοποιούσε την αναλογικότητα και δεν θα έπληττε τον πυρήνα του δικαιώματος στην αποχή. Τέλος, αναλύεται η φύση του ακυρωτικού ελέγχου, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι επιλογών, για να διατυπωθεί η κρίση πως στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήττεται ευθέως ο πυρήνας του δικαιώματος αποχής των δικηγόρων.

18

«Το δικονομικό οπλοστάσιο ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά τον προσυμβατικό έλεγχο: Αίτηση ανάκλησης – Αίτηση αναθεώρησης», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 3/2017, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 344

Με τη μελέτη αυτή παρουσιάζεται και αναλύεται ερμηνευτικά το δικονομικό οπλοστάσιο κατά το στάδιο του προσυμβατικου ελέγχου που διενεργείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, έτσι όπως οργανώνεται στα άρθρα 35 παρ. 5 και 37 του Κώδικα Νόμων για το Ελεγκτικό Συνέδριο (ΚΝΕΣ). Κατ’ αρχήν παρουσιάζεται η αίτηση ανάκλησης, καθώς και οι ειδικότερες προϋποθέσεις παραδεκτού που απαιτείται να συντρέχουν. Ακολούθως, παρουσιάζεται το «ένδικο βοήθημα» της αίτησης αναθεώρησης, η διαδικασία που ακολουθείται, ενώ επισημαίνονται και τα σημεία διαφοροποίησής της από την αίτηση ανάκλησης. Στο τρίτο τμήμα της μελέτης παρουσιάζεται η δικονομική δυνατότητα της παρέμβασης, όπως διαρθρώνεται στο στάδιο του προσυμβατικού ελέγχου, κατά την άσκηση είτε της αίτησης ανάκλησης είτε της αίτησης αναθεώρησης. Τέλος, και μέσω των καταληκτικών παρατηρήσεων αναδεικνύεται η ιδιάζουσα δικονομική διαδικασία όπως έχει διαμορφωθεί κατά το στάδιο του προσυμβατικού ελέγχου, η οποία ναι μεν δεν αποτελεί δικαιοδοτική διαδικασία, πλην όμως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων, οι αυστηροί δικονομικοί τύποι, η παράσταση με δικηγόρο, το γεγονός ότι οι δικαστικές αυτές πράξεις εξωτερικεύονται με τη μορφή απόφασης που φέρει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προσομοιάζει σε χαρακτήρα οιονεί ενδίκων βοηθημάτων, όπως προκύπτει αναλυτικά και από τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία φωτίζει τις ως άνω διατάξεις.

19

«Υπόλογοι Διαχειριστές χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής», σε Δελτίο Φορολογικής Νομοθεσίας, τεύχος 1612, Σεπτέμβριος 2017, σελ.1013.

Το χρηματικό ένταλμα προπληρωμής ( Χ.Ε.Π.) αποτελεί ειδική μορφή εντολής πληρωμής. Αντίστοιχα, ειδικότερη κατηγορία δημοσίων υπολόγων αποτελούν οι υπόλογοι διαχειριστές χρηματικών ενταλμάτων προπληρωμής. Η παρούσα μελέτη οριοθετεί την έννοια του Χ.Ε.Π. και αναλύει τις προϋποθέσεις έκδοσής του και ειδικότερα, όταν υφίσταται αδυναμία τήρησης των διατυπώσεων δικαιολόγησης της δαπάνης πριν από την εντολή πληρωμής αυτής, οφειλόμενη αποκλειστικά είτε στο είδος της δαπάνης είτε στην ύπαρξη επείγουσας υπηρεσιακής ανάγκης και όταν συντρέχει επείγουσα υπηρεσιακή ανάγκη, ενώ παράλληλα προσδιορίζονται και οι περιορισμοί που ισχύουν και δεν επιτρέπουν την έκδοση ΧΕΠ. Ακολούθως, αναλύονται κριτικά οι υποχρεώσεις του υπολόγου Χ.Ε.Π. και η δημοσιολογιστική του ευθύνη. Παρουσιάζεται η διαδικασία κατασταλτικού ελέγχου επί Χ.Ε.Π και αναλύεται η έκδοση καταλογιστικής πράξης λόγω μη θεώρησης δικαιολογητικών απόδοσης λογαριασμού και λόγω μη εμπρόθεσμης απόδοσης λογαριασμού. Ακολουθεί η ανάλυση των μέσων άμυνας που διαθέτει ο υπόλογος Χ.Ε.Π. κατά της καταλογιστικής πράξης σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις. Τέλος, αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες της αρμοδιότητας του διατάκτη προς καταλογισμό του υπολόγου Χ.Ε.Π. Συμπερασματικά, υποστηρίζεται ότι με την έκδοση Χ.Ε.Π., συνιστάται δημόσια διαχείριση, σαφώς διαφοροποιημένη, κατά τη διαδικασία τακτοποίησης και ελέγχου της, από εκείνη των λοιπών δημοσίων υπολόγων και κωδικοπούνται τα σημεία διαφοροποίησης.

20

«Η κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού υπό τo πρίσμα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και του Χρυσού Κανόνα», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 2/2018, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ 212.

Στην παρούσα μελέτη αναλύεται η διαδικασία και οι δεσμεύσεις κατάρτισης του Κρατικού Προϋπολογισμού μετά τη θέσπιση του ευρωπαϊκού εξαμήνου και την υποχρέωση για τήρηση του «Χρυσού Κανόνα», όπως η τελευταία επιβλήθηκε με τη Διακυβερνητική Συνθήκη για την σταθερότητα, τον συντονισμό και την διακυβέρνηση στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση. Πιο συγκεκριμένα, αναλύεται η έννοια και ο σκοπός του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και παρουσιάζεται το χρονοδιάγραμμα που αυτό προβλέπει, με ειδικότερη προσέγγιση όλων των επιμέρους σταδίων και των υποχρεώσεων, ουσιαστικών και διαδικαστικών, που προβλέπονται σε κάθε στάδιο. Σημαντική είναι η αναφορά στα Προγράμματα Σταθερότητας και στα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεων, κυρίως όμως η αξιολόγηση της διαδικασίας και των προβλέψεων που επέβαλε το ευρωπαϊκό εξάμηνο, τόσο στην αρχική του μορφή, όσο και στην τελική, αναθεωρημένη διατύπωσή του. Ξεχωριστή αναφορά και προσέγγιση γίνεται στην νέα αρμοδιότητα της Επιτροπής να διατυπώνει γνώμη επί του σχεδίου προϋπολογισμού των κρατών μελών πριν οι τελευταίοι ψηφιστούν σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, αναλύεται η υποχρέωση για τήρηση του «χρυσού κανόνα», οι συνέπειές της, οι αντιδράσεις που προκάλεσε και η σκοπιμότητα θέσπισής της. Συμπερασματικά, διαπιστώνεται η σχετικοποίηση της κατεξοχήν κρατικής αρμοδιότητας κατάρτισης του ετήσιου εθνικού προϋπολογισμού και κωδικοποιούνται οι αλλαγές που επήλθαν.

21

«Η προδικαστική προσφυγή ενώπιον της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών (ν. 4412/2016)», σε «ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ», Επιστημονικό Περιοδικό Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), 2017(2), Τεύχος  (4), Οκτώβριος – Δεκέμβριος, σελ. 353

Στην παρούσα μελέτη αναλύεται και παρουσιάζεται η προδικαστική προσφυγή του άρθρου 346 του ν. 4412/2016, η οποία ασκείται κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων ενώπιον της Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών. Κατά πρώτο λόγο προσεγγίζεται η προβληματική σχετικά με τη νομική φύση της προδικαστικής προσφυγής και η τεκμηρίωση της άποψης ότι πρόκειται για per seενδικοφανή προσφυγή. Ακολουθεί η ανάλυση των προϋποθέσεων παραδεκτής άσκησής της και ειδικότερα του διευρυμένου εννόμου συμφέροντος που κατοχυρώνει ο 4412/2016, των προθεσμιών που προβλέπει, του αναγκαίου παραβόλου και του τρόπου άσκησης – κατάθεσης της προσφυγής. Περαιτέρω, παρουσιάζεται η δυνατότητα, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί στην έκδοση προσωρινών μέτρων στο πλαίσιο της προσφυγής και οι προϋποθέσεις και ο τρόπος για την άσκηση παρέμβασης. Ακολούθως, αναλύονται τα όρια εξουσίας και ελέγχου που έχει η ΑΕΠΠ όταν εξετάζει μια προδικαστική προσφυγή. Τέλος, παρουσιάζονται η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις κήρυξης ακυρότητας μιας δημόσιας σύμβασης από την ΑΕΠΠ κατά τα άρθρα 368 επ. του ν. 4412/2016. Συμπερασματικά υποστηρίζεται ότι με τις συγκεκριμένες προβλέψεις καλύπτεται το κενό για αμερόληπτες και αντικειμενικές κρίσεις κατά το προσυμβατικό στάδιο και ότι με τη διά νόμου ίδρυση του οργάνου προσφυγής, τη μονιμότητα και ανεξαρτησία των οργάνων του, την εκ μέρους του εφαρμογή πάγιας νομοθεσίας, του κατ’ αντιμωλίαν χαρακτήρα της ενώπιόν του διαδικασίας και τη δεσμευτικότητα των αποφάσεών του, η ΑΕΠΠ πληροί τα κριτήρια να χαρακτηριστεί ως «Δικαιοδοτικό όργανο» κατά το αυτόνομο περιεχόμενο του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ώστε να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης.

22

«Η σχέση δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και ενδικοφανούς προσφυγής υπό το καθεστώς του Κώδικα Φορολογικής διαδικασίας» (άρθρα 28 και 63 του ν. 4174/2013), σε Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, τεύχος 10/2018, σελ 893

Το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του διοικουμένου αφενός και η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής αφετέρου, αποτελούν ένα δίπολο νομικών εγγυήσεων και άμυνας του διοικουμένου γενικότερα και του φορολογουμένου ειδικότερα, το οποίο άλλοτε εμφανίζει μία σχέση παραπληρωματικότητας και άλλοτε μία σχέση αλληλοεπικάλυψης. Στο πεδίο του φορολογικού δικαίου, δεν έχει ανακύψει έντονα η συγκριτική επισκόπηση της ως άνω σχέσης λόγω έλλειψης, μέχρι πρόσφατα, ενιαίας νομοθετικής αντιμετώπισης της φορολογικής διαδικασίας. Με την παρούσα μελέτη, αφού γίνεται αναφορά στο προγενέστερο νομικό καθεστώς, αναλύεται λεπτομερώς το καθεστώς του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013) με τον οποίο ρυθμίζεται ρητά, σε ενιαία διαδικασία, τόσο η υποχρέωση τήρησης της προδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής, για την παραδεκτή άσκηση της προσφυγής ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, όσο και η διαδικασία κλήσης σε προηγούμενη ακρόαση. Με βάση την ανάλυση και την ερμηνεία των κρίσιμων διατάξεων υποστηρίζεται πως η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος διασφαλίζεται με την υιοθέτηση της άποψης ότι μεταξύ του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και της ενδικοφανούς προσφυγής, στο πεδίο ειδικά του φορολογικού δικαίου, λόγω της αρχής της βεβαιότητας του φόρου, δημιουργείται σχέση παραπληρωματικότητας και όχι αλληλοεπικάλυψης, ώστε η παράλειψη κλήσης σε ακρόαση να καθιστά την πράξη νομικά πλημμελή.

23

«Ειδική απαλλαγή ΦΠΑ: Η προμήθεια ναυτικού πράκτορα για μεσολαβητική εργασία εξυπηρέτησης άμεσης ανάγκης πλοίου – η περίπτωση της ρυμούλκησης» (άρθρο 27 παρ. 1 περ. ε΄ του ν. 2859/2000), σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 1/2019, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ.61

Οι απαλλαγές από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) εντάσσονται στο γενικό πλαίσιο του κοινού συστήματος του Φ.Π.Α. που θεσπίστηκε από το ενωσιακό δίκαιο στη λογική του συστήματος χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της ΕΕ με ίδιους πόρους. Ειδικά για την προαγωγή των διεθνών μεταφορών προβλέπονται συγκεκριμένες απαλλαγές, όπως οι σχετικές με τις παροχές υπηρεσιών, οι οποίες πραγματοποιούνται για τις άμεσες ανάγκες των πλοίων του και του φορτίου τους. Ο εθνικός νομοθέτης επέλεξε να προβεί σε ενδεικτική απαρίθμηση των υπηρεσιών που εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες των πλοίων. Στην παρούσα μελέτη υποστηρίζεται ότι στο ευεργέτημα της απαλλαγής από τον Φ.Π.Α. υπάγεται και η υπηρεσία που εξυπηρετεί μεν άμεση ανάγκη του πλοίου, πλην όμως πραγματοποιείται από υπεργολάβο για λογαριασμό μεσάζοντος. Προς τούτο γίνεται ερμηνεία τόσο του εθνικού δικαίου όσο και των κρίσιμων διατάξεων των σχετικών Οδηγιών της Ένωσης, αφενός υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΔΕΕ και του ΣτΕ και αφετέρου μέσω της συστηματικής και τελολογικής προσέγγισης των εν λόγω διατάξεων. Υποστηρίζεται και αναλύεται ότι η ύπαρξη του δικαιώματος προς έκπτωση καθορίζεται σε συνάρτηση με τις πράξεις εκροής με τις οποίες συνδέονται οι πράξεις εισροής, καθώς και ότι η ερμηνεία των σχετικών διατάξεων πρέπει να προσαρμόζεται, τόσο στους σκοπούς που επιδιώκουν οι προβλεπόμενες απαλλαγές όσο και στις απαιτήσεις που επιβάλλει η αρχή της φορολογικής ουδετερότητας. Για να εξαχθεί τελικά το συμπέρασμα ότι οι προμήθειες των ναυτικών πρακτορείων για διαμεσολάβηση σε απαλλασσόμενες υπηρεσίες για ρυμούλκηση ή για ναύλωση εμπίπτουν στις παροχές υπηρεσιών σε πλοία που απαλλάσσονται από τον Φ.Π.Α.

24

«Η φορολογική αντιμετώπιση της διασυνοριακής μεταφοράς ζημιών», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 3/2019, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 398

Η τελευταία βαθμίδα ενοποίησης προς τη δημιουργία μιας, όχι μόνο νομισματικής, αλλά και, οικονομικής ένωσης , επήλθε με τις προβλέψεις για τη δημιουργία μίας ενιαίας/εσωτερικής αγοράς. Η πραγμάτωση, βέβαια, της οικονομικής ολοκλήρωσης προϋποθέτει την πλήρη εξάλειψη εμποδίων στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των συντελεστών της παραγωγής, με ταυτόχρονη εναρμόνιση  της φορολογικής μεταχείρισης των διασυνοριακά διακινούμενων παραγόντων. Στην παρούσα μελέτη εξετάζεται ένα από τα κυριότερα φορολογικά εμπόδια των διασυνοριακών οικονομικών δραστηριοτήτων, ήτοι η διαφορετική φορολογική μεταχείριση των διασυνοριακών ζημιών. Ειδικότερα, αναλύεται ότι σε επίπεδο ΕΕ, η απουσία μηχανισμού διασυνοριακής αντιστάθμισης της ζημίας παρεμποδίζει τη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα, και συνεπώς, τις βασικές ελευθερίες, όπως την ελευθερία εγκατάστασης, δυσχέρειες που έχουν επισημανθεί τόσο από την Επιτροπή όσο και από το ΔΕΕ. Στη μελέτη, προσεγγίζεται κριτικά η σχετική νομολογία του ΔΕΕ με την εξέλιξή της όσον αφορά σε συγκεκριμένα κριτήρια που το ίδιο το Δικαστήριο προσδιόρισε σχετικά με το ανεκτό, από το ενωσιακό δίκαιο, της διαφορετικής φορολογικής μεταχείρισης της διασυνοριακής μεταφοράς ζημιών και την ανάγκη διασφάλισης της συνοχής του φορολογικού συστήματος. Ακολούθως, αναλύονται οι πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τη δημιουργία μίας Κοινής Ενοποιημένης Βάσης Φορολογίας των Εταιριών (ΚΕΒΦΕ). Συμπερασματικά, αναδεικνύεται η ανάγκη αντιμετώπισης του ακανθώδους αυτού ζητήματος, όχι μόνο για να εξαλειφθεί μια εκ των πρακτικών επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού, αλλά πολύ περισσότερο για να εξυπηρετηθεί η ασφάλεια δικαίου στο επιχειρηματικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία σχετίζεται άμεσα με την πορεία της και τη βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών.

25

«Η παρέμβαση επί της προδικαστικής προσφυγής κατά το στάδιο ανάθεσης δημόσιας σύμβασης», σε Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 8, Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2019, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 714

Μία από τις καινοτομίες του ν. 4412/2016 για την επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν κατά το προσυμβατικό στάδιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων αποτελεί η, για πρώτη φορά, πρόβλεψη δυνατότητας άσκησης παρέμβασης κατά το ενδοδιοικητικό στάδιο της προδικαστικής προσφυγής. Ενόψει της νέας αυτής «δικονομικής» μεταρρύθμισης, ζήτημα γεννάται για το εάν ο τρίτος διαγωνιζόμενος, ο οποίος παρεμβαίνει ενώπιον της Α.Ε.Π.Π. προς διατήρηση της ισχύος της απόφασης αποκλεισμού του ασκήσαντος την προδικαστική προσφυγή, δύναται να προβάλει και τυχόν επιπλέον λόγους αποκλεισμού, οι οποίοι κατά την άποψή του, συντρέχουν, σε βάρος του προσφεύγοντος. Η απάντηση που δίνεται στην παρούσα μελέτη είναι καταφατική. Προς τούτο αναλύονται οι κρίσιμες διατάξεις, ο σκοπός αυτών και η συστηματική τους θέση υπό το πρίσμα της εξυπηρέτησης της ταχύτητας και διαφάνειας της διαγωνιστικής διαδικασίας με την ταυτόχρονη πλήρη εξασφάλιση των δικαιωμάτων, ουσιαστικών και δικονομικών, των εμπλεκόμενων μερών. Επίσης, ενισχύεται η άποψη με ανάλυση της αρχής της μη χειροτέρευσης της θέσης του διοικουμένου (reformatio in peius) και του δικαίωματος ακρόασης του τελευταίου, της αρχής του επικαίρου της προβολής των ισχυρισμών και της ανάγκης ταχείας διεκπεραίωσης της διαδικασίας των διαγωνισμών και βέβαια, του σκοπού για τον οποίο εισήχθη ο θεσμός της παρέμβασης κατά την διοικητική προδικασία.

26

«Η ασφαλιστική εισφορά ως εργαλείο δημοσιονομικής πολιτικής: Ο προσδιορισμός του ύψους της με βάση την εισφοροδοτική ικανότητα και την αρχή της ισότητας μετά τις αποφάσεις 1880 και 1888/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας»,Στ. Μαυρίδης – Γ. Τζιαμπάζη σε «ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ», Επιστημονικό Περιοδικό Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), έτος 2019, Τεύχος 3-4 (Ιούλιος-Δεκέμβριος), σελ. 215

Στην παρούσα μελέτη επισημαίνεται η δυνατότητα να επηρεαστούν τα δημοσιονομικά μεγέθη ενός κράτους μέσω της επιλογής ασφαλιστικού συστήματος και αναλύονται οι επιλογές του νομοθέτη με τον ν.4387/2016  για ένα νέο τρόπο υπολογισμού μείωσης των συντάξεων και παράλληλης αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών των ελεύθερων επαγγελματιών, τόσο δογματικά όσο και μέσα και από τις σχετικές αποφάσεις του ΣτΕ. Αρχικά, παρουσιάζονται τα συστήματα χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης και ο θεσμός αυτής όπως έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας, καθώς και οι διακρίσεις αυτών σε συστήματα τύπου Bismarck και Beveridge και σε κεφαλαιοποιητικά και διανεμητικά συστήματα. Επισημαίνεται η επιλογή του ελληνικού συστήματος ως βισμαρκιανής (επαγγελματικής) έμπνευσης και ως κατά κύριο λόγο διανεμητικό, που χρηματοδοτείται κυρίως από ασφαλιστικές εισφορές και ακολούθως, η επιλογή του νομοθέτη, υπό το καθεστώς του ν. 4387/2016, για σύνδεση της εισφοροδοτικής και φοροδοτικής ικανότητας. Ακολούθως, αναλύονται οι αποφάσεις 1880 και 1888/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την τελευταία επιλογή του νομοθέτη και επισημαίνονται τα μη εξετασθέντα ζητήματα (αντι)συνταγματικότητας από το Δικαστήριο, καθώς και ο χρονικός περιορισμός του ακυρωτικού αποτελέσματος στον οποίο κατέληξε αυτό με εφαρμογή του άρθρου 50§ 3β του ΠΔ 18/1989. Τέλος, στη μελέτη διατυπώνονται κατευθυντήριες προτάσεις για τις αναγκαίες νομοθετικές τροποποιήσεις, καθώς και η επισήμανση πως όποιο σύστημα κι αν υιοθετηθεί θα πρέπει να τηρείται μία δίκαιη ισορροπία μεταξύ αφενός της διαγενεακής αλληλεγγύης και αφετέρου της εισφοροδοτικής ικανότητας.

27

«Οι δεσμεύσεις διαχείρισης του δημοσίου χρήματος υπό το πρίσμα των κανόνων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης», σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 3/2020, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 402 επ.

Η παρούσα μελέτη αναλύει τις δεσμεύσεις στη διαχείριση του δημοσίου χρήματος που προκύπτουν από τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Διακυβέρνησης. Αρχικά, παρουσιάζει τις διατάξεις του Ελληνικού Συντάγματος με τις οποίες θεσπίζονται ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις για τον οικονομικό  προγραμματισμό και τον τρόπο διάθεσης των πεπερασμένων δημοσίων πόρων και την πρόβλεψη για κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού. Στη συνέχεια αναλύονται οι δεσμεύσεις που προκύπτουν ακριβώς, κατά την κατάρτιση του Κρατικού Προϋπολογισμού, από τη συμμετοχή της χώρας στη ΕΕ, όπως αυτές προκύπτουν από τις τελευταίες τροποποιήσεις του Ενωσιακού Δικαίου, προκειμένου να καταστεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, τόσο στο προληπτικό όσο και στο κατασταλτικό του σκέλος, λειτουργικότερο και αποτελεσματικότερο. Αλλά και από τις Διακυβερνητικές Συνθήκες που υπογράφηκαν στο πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής των δημοσιονομικών πολιτικών της ΕΕ, και οι οποίες συμπληρώνουν το πλέγμα των δεσμεύσεων. Στη μελέτη υποστηρίζεται ότι η κατεξοχήν κρατική αρμοδιότητα κατάρτισης του ετήσιου εθνικού προϋπολογισμού  σχετικοποιήθηκε και πως τα θεσμικά όργανα της Ένωσης απέκτησαν πλέον τη δυνατότητα να διεισδύσουν σε ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών, αλλά και να εποπτεύουν τα κράτη μέλη σε τομείς, που ανήκουν στην αρμοδιότητα των τελευταίων, χωρίς ωστόσο, να έχει αποκτήσει ακόμα η Ένωση την αρμοδιότητα κατάρτισης των κρατικών προϋπολογισμών. Ώστε, ζητούμενο είναι η λογοδοσία των εχόντων την εξουσία σχετικά με τον τρόπο που διαχειρίζονται τα οικονομικά σε συνθήκες παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

28

«Οι προϋποθέσεις προσφυγής στην ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση» σε ebook Δημόσιο Δίκαιο – Αναζητώντας το χαμένο έδαφος, 7ου ετήσιου επιστημονικού συνεδρίου Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, 2020 σελ. 65 επ.

Η παρούσα μελέτη προσεγγίζει δογματικά και αναλύει τις προϋποθέσεις προσφυγής στην ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση, ως διαδικασίας ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων. Η εν λόγω διαδικασία περιλαμβάνει μία σειρά σταδίων και επιμέρους βημάτων, τα οποία δίνουν τη δυνατότητα στις αναθέτουσες αρχές να προσαρμόσουν επαρκέστερα και αποτελεσματικότερα την προσφορά στη ζήτηση, πλην, όμως, λόγω της εύκαμπτης συμπεριφοράς που επιτρέπουν στις αναθέτουσες αρχές, είναι, κατ’ αρχήν, απειλητικές για τον ανταγωνισμό. Οι προϋποθέσεις προσφυγής στην ανταγωνιστική διαδικασία με διαπραγμάτευση ορίζονται περιοριστικά στη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 4412/2016. Από τις τιθέμενες προϋποθέσεις προκύπτει ότι κοινός παρονομαστής για την προσφυγή στη συγκεκριμένη διαδικασία είναι η «ιδιαιτερότητα» του έργου που πρόκειται να ανατεθεί στον ανάδοχο, εξαιτίας της οποίας η αναθέτουσα αρχή αδυνατεί να ορίσει τα μέσα που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της ή να εκτιμήσει τι μπορεί να της προσφέρει η αγορά. Η εν λόγω διαδικασία συνιστά παρέκκλιση από τη διενέργεια ανοικτής ή κλειστής διαδικασίας και για τον λόγο αυτό, υποστηρίζεται, ότι οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της θα πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικά, ώστε να μη τίθενται σε διακινδύνευση ο ελεύθερος ανταγωνισμός και η προστασία του δημοσίου χρήματος.

29

«Η παράλειψη κοινοποίησης της ατομικής ειδοποίησης οφειλής/υπερημερίας του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Ο κανόνας και η εξαίρεση.», σε «ΔΗΜΟΣΙΟ ΔΙΚΑΙΟ», Επιστημονικό Περιοδικό Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ), τεύχος 3-4, Ιούλιος – Δεκέμβριος, σελ. 163, έτος 2020

Στην παρούσα μελέτη προσεγγίζεται η προβληματική από την παράλειψη κοινοποίησης της ατομικής ειδοποίησης οφειλής/υπερημερίας του άρθρου 47 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Αρχικά, προσδιορίζεται εννοιολογικά η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 47 του Κ.Φ.Δ. και διακρίνεται από την ατομική ειδοποίηση του άρθρου 4 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Παρουσιάζονται οι προϋποθέσεις έκδοσής της και το περιεχόμενο που πρέπει να φέρει αυτή. Ακολούθως, αναλύεται η υποχρέωση προς κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης και οι συνέπειες από την παράλειψη της κοινοποίησης, με ιδιαίτερη μνεία στην εξαιρετική πρόβλεψη για τις περιπτώσεις νόμιμης παράλειψης κοινοποίησης, καθώς και στο διαχωρισμό της θέσης του πρωτοφειλέτη και του αλληλεγγύως ευθυνόμενου προσώπου. Υποστηρίζεται ότι η παράλειψη κοινοποίησης της ατομικής ειδοποίησης θα πρέπει να αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, καθώς στην αντίθετη περίπτωση απόλλυται δικαίωμα άμυνας εκ μέρους του φορολογούμενου και στάδιο δικονομικής προστασίας του, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ.1 του Συντάγματος.

30

30) «Ο φόρος μεταβίβασης ακινήτου – Η περίπτωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού», σε Επιθεώρηση Ακινήτων, τεύχος 4, 2020, σελ. 662 επ. εκδόσεις Σάκκουλα.

Στη μελέτη προσεγγίζεται αρχικά η έννοια του Φ.Μ.Α. και η λογική του φόρου, η επιβολή του οποίου  δικαιολογείται από το γεγονός ότι η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων αποτελεί απόδειξη της ύπαρξης φοροδοτικής ικανότητας του αγοραστή και του πωλητή. Προσδιορίζεται το πεδίο εφαρμογής του και διακρίνεται από το πεδίο εφαρμογής του φόρου προστιθέμενης αξίας. Ακολούθως, εξειδικεύεται η εφαρμογή του φόρου μεταβίβασης ακινήτου στην περίπτωση του αναγκαστικού πλειστηριασμού με ανάλυση του υποκειμένου και υπόχρεου στον φόρο, καθώς και της αλληλέγγυας ευθύνης τρίτων προσώπων. Αναλύεται η προβληματική σχετικά με το χρόνος γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης και ο προσδιορισμός του ύψους του φόρου με προσέγγιση των συστημάτων της αγοραίας αξίας, της αντικειμενικής αξίας και της εμπορικής αξίας. Η μελέτη αναλύει και το  δικαίωμα επιστροφής του καταβληθέντος φόρου με αναφορά τόσο στην ουσία του δικαιώματος και τους περιορισμούς που προβλέπονται για αυτό, όσο και στη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί. Υποστηρίζεται ότι η υποχρέωση καταβολής Φ.Μ.Α. στην περίπτωση που η μεταβίβαση γίνεται κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες συγκριτικά με τη συνήθη περίπτωση μεταβίβασης της πώλησης, οι οποίες αναλύονται στη μελέτη και προτείνονται συγκεκριμένες προσεγγίσεις για να αντιμετωπιστούν αμφισβητούμενα ζητήματα που προκύπτουν από τις εν λόγω ιδιαιτερότητες.

31

«Η παραγραφή του δικαιώματος της φορολογικής διοίκησης προς έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, ως ισχύει μετά τους ν. 4646/2019 και 4701/2020», Στ. Μαυρίδης – Ε. Μακρή, σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 1, σελ.34  2021, εκδ. Σάκκουλα.

Το δικαίωμα της φορολογικής διοίκησης προς βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου δεν είναι ανεξάντλητο, αλλά υπόκειται σε αυστηρούς χρονικούς περιορισμούς, οι οποίοι συνθέτουν τον κανόνα της παραγραφής στο πεδίο του φορολογικού δικαίου. Στην παρούσα μελέτη αναλύονται, κατ’ αρχάς, τα κριτήρια προσδιορισμού της προθεσμίας της φορολογικής παραγραφής, όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά μέσα από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των Διοικητικών Δικαστηρίων, εν συνεχεία παρουσιάζεται ερμηνευτικά η συνήθης πενταετής προθεσμία παραγραφής, και έπειτα ακολουθεί η ανάλυση των προβλεπόμενων στο νόμο παρατάσεων αυτής, όπως, ιδίως, ισχύουν μετά τους ν. 4646/2019 και 4701/2020. Ειδικότερα, αναλύονται οι περιπτώσεις ενιαύσιας επιμήκυνσης της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής και τα ζητήματα που προκύπτουν από τις σχετικές προβλέψεις. Ακολουθεί η ανάλυση των εξαιρετικών περιπτώσεων δεκαετούς παραγραφής και των σχετικών προϋποθέσεων για να ισχύσουν. Τέλος, προσεγγίζονται οι ειδικότερες προθεσμίες που προβλέπονται στις περιπτώσεις που μεσολαβεί κάποια διοικητική ή δικαιοδοτική διαδικασία, με ανάλυση όλων των ζητημάτων που προκύπτουν από τις εξαιρετικές αυτές προβλέψεις και με ζητούμενο πάντοτε τη στάθμιση και την εξισορρόπηση ανάμεσα στην ασφάλεια δικαίου και στο δημοσιονομικό συμφέρον του κράτους. Υποστηρίζεται ότι, παρά τα σημαντικά βήματα στην κατεύθυνση του εξορθολογισμού των χρόνων παραγραφής, δεν παύουν να υπάρχουν ζητήματα που απαιτούν νέες παρεμβάσεις και προτείνονται αντίστοιχες ερμηνευτικές λύσεις.

32

«Το δημοσιοϋπαλληλικό σώμα: Κατηγορίες υπαλλήλων και συστήματα προσλήψεων», Στ. Μαυρίδης – Μ. Ραμματά, σε «Το Σύγχρονο Διοικητικό Σύστημα στην Ελλάδα» επιμέλεια Α. Σωτηρόπουλος – Β. Νταλάκου, 2021, σελ. 319 επ.

Στη μελέτη αναλύονται και αξιολογούνται τα συστήματα συγκρότησης του δημοσιοϋπαλληλικού σώματος, με έμφαση στις κατηγορίες των δημόσιων υπαλλήλων, στις προϋποθέσεις ίδρυσης της υπαλληλικής σχέσης και στα συστήματα προσλήψεων στο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, αναλύονται το σύστημα της «σταδιοδρομίας» και το σύστημα των «συγκεκριμένων θέσεων εργασίας», καθώς και τα συστήματα μονιμότητας και μετακλητών υπαλλήλων. Ακολουθεί η διάκριση των Δημόσιων Υπαλλήλων από τους Δημόσιους Λειτουργούς και οι γενικές διακρίσεις κατηγοριών των δημόσιων υπαλλήλων σε στρατιωτικούς και πολιτικούς ή Διοικητικούς δημόσιους υπαλλήλους. Γίνεται διάκριση των υπαλλήλων με σχέση δημοσίου δικαίου, με κριτήριο το είδος της έννομης σχέσης, σε τακτικούς, επί θητεία και μετακλητούς υπαλλήλους και των υπαλλήλων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, με κριτήριο το είδος αναγκών που καλύπτονται, σε υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) και υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (Ι.Δ.Ο.Χ.). Ακολουθεί αναφορά στους υπαλλήλους της Βουλής που αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία προσωπικού και τέλος, αναφορά στους υπαλλήλους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Σ.Δ.Δ.Α.). Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με την προσέγγιση της διάρθρωσης των θέσεων και των βαθμών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και τη δογματική ανάλυση της ένταξης στο Σώμα των δημόσιων υπαλλήλων, της ίδρυσης της υπαλληλικής σχέσης και των προϋποθέσεως διορισμού.

33

«Φορολογία εισοδήματος από μισθώματα ιδίως με τα νέα μέτρα αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης», Δημοσιεύματα Επιθεώρησης Ακινήτων, Μισθώσεις ιδίως υπό το πρίσμα της υγειονομικής κρίσης, Μάρτιος 2021, Εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 183 επ.

Η μελέτη εκκινεί από την ανάγκη εξομάλυνσης των συνεπειών της πανδημίας Covid-19 που οδήγησε στη θέσπιση εξαιρετικών νομοθετικών ρυθμίσεων και στο φορολογικό καθεστώς των μισθώσεων, προκειμένου αφενός να αμβλυνθούν οι συνέπειες για τους πολίτες και αφετέρου να ελεγχθούν οι δημοσιονομικές επιπτώσεις. Παρουσιάζεται αρχικά το φορολογικό καθεστώς των μισθώσεων του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, του εισοδήματος από ακίνητη περιουσία, ο τρόπος φορολόγησής του, η κλίμακα με την οποία φορολογείται και οι εκπτώσεις από την φορολογική υποχρέωση, με αναφορά και στις ειδικές ρυθμίσεις για τα εισοδήματα από μισθώματα τα οποία δεν εισπράχθηκαν. Κυρίως όμως, αναλύονται οι έκτακτες νομοθετικές αλλαγές στο καθεστώς των μισθώσεων κατά πρώτον, σχετικά με τη μείωση μισθώματος επαγγελματικών μισθώσεων και μισθώσεων κύριας κατοικίας και τις ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή στο νέο ευνοϊκό καθεστώς. Αναδεικνύεται η προβληματική για την πλήρη και αποτελεσματική προστασία των μισθωτών. Ακολουθεί η ανάλυση των μέτρων στήριξης των εκμισθωτών από τη μη είσπραξη των μισθωμάτων και των δύο εξαιρέσεων που θεσπίζονται, της εξαίρεση του μισθώματος που δεν εισπράχθηκε από το συνολικό φορολογηθέν εισόδημα και της εξαίρεσης του μισθώματος που δεν εισπράχθηκε από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του άρθρου 43 Α του Κ.Φ.Ε. Υποστηρίζεται ότι οι ρυθμίσεις που έχουν σκοπό να προστατεύσουν τον μισθωτή παρίστανται ατελείς, διότι παραλείπουν να θεσπίσουν έναν μηχανισμό υποχρέωσης του εκμισθωτή να προβεί στη δήλωση μεταβολής του μισθώματος, προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή των μέτρων, αλλά και ως προς τα μέτρα στήριξης των εκμισθωτών από την μη καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, ότι δεν είναι αντίστοιχα της οικονομικής βλάβης των τελευταίων από το αντίκτυπο της μη είσπραξης των μισθωμάτων.

34

) «Οι γενικές αρχές του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης», Ελληνική Επιθεώρηση Ευρωπαϊκού Δικαίου, Στ. Μαυρίδης – Ι. Συκούδη, Τόμος 41, 2/2021, Απρίλιος - Ιούνιος ΚΔΕΟΔ/ΔΣΘ, σελ. 167 επ.

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται και ερμηνεύει τις γενικές αρχές του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτές καθιερώνονται στη Σ.Λ.Ε.Ε. και εξειδικεύονται στο Δημοσιονομικό Κανονισμό. Συγκεκριμένα, αναλύονται οι αρχές της ενότητας, της ακρίβειας, της ετήσιας διάρκειας, της ισοσκέλισης, της ενιαίας λογιστικής μονάδας, της καθολικότητας, της ειδικότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της διαφάνειας, καθώς και οι εξαιρέσεις τους. Προσδιορίζονται η λειτουργία και ο σκοπός τους και διασαφηνίζεται το εννοιολογικό περιεχόμενό τους. Τελικά υποστηρίζεται ότι το σύνολο των αρχών που διέπουν τον προϋπολογισμό λειτουργούν όχι μόνο ως κατευθυντήριες γραμμές για την κατάρτιση και την εκτέλεσή του, αλλά και ως δικλείδες ασφαλείας προς τους ευρωπαίους πολίτες, αναπτύσσοντας δεσμούς εμπιστοσύνης και συνοχής της Ένωσης, ενώ ταυτόχρονα δίνουν προστιθέμενη αξία και υπαγορεύουν δεσμευτικά τις ενέργειες των θεσμικών ενωσιακών οργάνων σε όλα τα στάδια κατάρτισης του προϋπολογισμού

35

«Συστήματα κατανομής εδρών του δημοτικού συμβουλίου (ν. 3852/2010, 4555/2018, 4604/2019 και 4804/2021) – Η ειδικότερη περίπτωση του συστήματος ακραιφνούς αντίστροφης κατανομής.» σε Διοικητική Δίκη, τεύχος 6, 2021, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 881επ.

Στην παρούσα μελέτη παρουσιάζονται, κατά πρώτον, τα συστήματα ανάδειξης δημοτικών συμβούλων όπως θεσπίστηκαν αρχικά με τον «Καλλικράτη» (ν. 3852/2010) και όπως τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με τον ν. 4555/2018, τον ν. 4604/2019 και τον ν.4804/2021. Με τον ν.4604/2019 ο νομοθέτης  απομακρύνθηκε από το προϊσχύσαν σύστημα κατανομής των εδρών και θέσπισε σύστημα ακραιφνούς αντίστροφης κατανομής των εδρών. Με τον ν. 4804/2021 οργανώνεται σύστημα εκλογής δημάρχου µε σχετική πλειοψηφία και µεικτό σύστημα κατανοµής των εδρών στο ΔηµοτικόΣυµβούλιο.  Στη μελέτη προσεγγίζεται αφενός το σύστημα της αντίστροφης κατανομής των εδρών και αφετέρου το μεικτό σύστημα, αρχικά υπό το πρίσμα της δημοκρατικής, πλειοψηφικής και αντιπροσωπευτικής αρχής. Υποστηρίζεται δε ότι με τις συγκεκριμένες επιλογές νοθεύεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο και αντίθετο προς το Σύνταγμα η επιλογή του τοπικού εκλογικού σώματος. Ακολούθως, ελέγχονται τα εν λόγω συστήματα και υπό το πρίσμα των θεμελιωδών εκλογικών συνταγματικών αρχών και ειδικότερα της αρχής της ισότητας της ψήφου, της αρχής της ανόθευτης εκδήλωσης της βούλησης του εκλογικού σώματος και της αρχής της αναλογικότητας. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι όσον αφορά στο σύστημα ακραιφνούς αντίστροφης κατανομής των εδρών πρόκειται για ένα προδήλως αντισυνταγματικό σύστημα που προσβάλλει τον πυρήνα του εκλογικού δικαιώματος, δεδομένου ότι η βούληση της μειοψηφίας όχι μόνο ασκείται σε βάρος της πλειοψηφίας, αλλά κατά πλήρη παραμερισμό της, ενώ αντίστοιχα, προβληματικό φαίνεται και το σύστημα εκλογής δημάρχου µε σχετική πλειοψηφία και µεικτό σύστημα κατανοµής των εδρών, καθώς και πάλι πλήττονται οι ως άνω συνταγματικές αρχές, με τον αντίστροφο ωστόσο τρόπο, διότι, δεν προστατεύεται και δεν εκπροσωπείται αναλογικά η μειοψηφία.

36

«Η ιδιάζουσα δημοσιονομική ευθύνη του διατάκτη στο πεδίο του κατασταλτικού ελέγχου επί της δημιουργίας ελλείμματος (άρθρο 142 παρ. 4 του ν. 4820/2021)», σε Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, τεύχος 4/2022, σελ 463 επ. εκδόσεις Σάκκουλα.

Mε το ν. 4820/2021 ρυθμίζεται για πρώτη φορά στο ελληνικό δίκαιο η ευθύνη του διατάκτη ως δημοσιονομικού υπευθύνου για τη δημιουργία ελλείμματος. H παρούσα μελέτη προσεγγίζει ερμηνευτικά και αναλύει δογματικά τις νέες διατάξεις και τις προϋποθέσεις γέννησης της ιδιάζουσας αυτής δημοσιονομικής ευθύνης, αναδεικνύοντας τα κρίσιμα εννοιολογικά και ερμηνευτικά ζητήματα. Εκκινεί από τον προσδιορισμό της ιδιότητας του διατάκτη, ως αναγκαίας προϋπόθεσης, επισημαίνει τη διάκριση μεταξύ νομικής και δημοσιονομικής δέσμευσης και την επιλογή του νομοθέτη να περιορίσει την ευθύνη μόνο στην πρώτη, καθώς και τις ερμηνευτικές συνέπειες του εν λόγω περιορισμού. Ακολούθως, αναλύει την προϋπόθεση περί κατάφασης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαχείρισης και της επέλευσης του ελλείμματος. Τέλος, αναλύεται το μέτρο της ευθύνης του διατάκτη. Η μελέτη υποστηρίζει ότι πρόκειται για ευθύνη με ιδιάζοντα χαρακτήρα,  διότι συγκεραίνει στοιχεία τόσο της δημοσιονομικής, όσο και της αστικής ευθύνης.

37

«Το σύστημα των ιδίων πόρων και η πορεία προς τη δημοσιονομική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης» σε «Αρμενόπουλος», Ιανουάριος 2022, έκδοση του ΔΣΘ, σελ. 167 επ.

Η παρούσα μελέτη, πραγματεύεται το σύστημα της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της  Ευρωπαϊκής Ένωσης από ίδιους πόρους, τα χαρακτηριστικά του συστήματος αυτού, τη διαδικασία υλοποίησής τους, τα είδη των ίδιων πόρων, τη σχέση του συστήματος με την αρχή της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού, καθώς και δικονομικά ζητήματα σχετικά με την είσπραξή τους. Επισημαίνεται ότι η καθιέρωση του συστήματος της χρηματοδότησης της Ε.Ε. από ίδιους πόρους, έχει υιοθετηθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρηση της αρχής της ισοσκέλισης του προϋπολογισμού της, οποιαδήποτε δε παράλειψη των εθνικών αρχών να εξασφαλίσουν τους προβλεπόμενους ίδιους πόρους των μελών συνιστά παράβαση υποχρέωσης που απορρέει από τη Συνθήκη. Το σύστημα της χρηματοδότησης του προϋπολογισμού της Ε.Ε. με ίδιους πόρους ενισχύει την αυτοτέλεια της νομικής της προσωπικότητας και τη δημοσιονομική της αυτοτέλεια έναντι των μελών της. Τέλος, στη μελέτη παρουσιάζεται η πλέον πρόσφατη κατηγορία ίδιων πόρων που θεσπίστηκε με την Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2053 του Συμβουλίου και τέθηκε σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2021, αλλά και η προβληματική για την αναζήτηση δυνητικών νέων πόρων, οι οποίοι δεν θα επιβαρύνουν ευθέως τα κράτη μέλη, προκειμένου να μειωθεί το ποσοστό του πόρου που βασίζεται στο ΑΕΕ των τελευταίων.

38

«Η εφαρμογή των άρθρων ΑΚ 288 και 388 στις δημόσιες συμβάσεις έργων 1137 επ.», σε Τιμητικό Τόμο για την Καθηγήτρια Γιάννα Καρύμπαλη – Τσίπτσιου, εκδόσεις Σάκκουλα, 2022, σελ 1137 επ

Η μελέτη πραγματεύεται τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 288 και 388 του Αστικού Κώδικα στις δημόσιες συμβάσεις έργων, καθώς και την επίδραση της τυχόν εφαρμογής τους στην εξέλιξη της σύμβασης. Ειδικότερα, αναλύει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 388ΑΚ, και της διάταξης 288ΑΚ σε συνδυασμό με την διάταξη 200ΑΚ, κατά την εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων έργων, καθώς και τις συνέπειες εφαρμογής τους, ήτοι την αναπροσαρμογή της παροχής έναντι της αντιπαροχής, προς διατήρηση της ισορροπίας της σύμβασης. Επιπλέον, πραγματεύεται κριτικά το ζήτημα σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων για την αναπροσαρμογή του εργολαβικού ανταλλάγματος, παρά τη ρητή απαγόρευση του άρθρου 153 παραγράφου 16 ν.4412/2016. Ακόμη, αναλύει ερμηνευτικά τη δυνατότητα μονομερούς διάλυσης της σύμβασης δημοσίου έργου κατ’ επίκληση και κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388ΑΚ. Τέλος, η μελέτη καταλήγει στο ότι οι παραπάνω διατάξεις του Αστικού Κώδικα μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις δημόσιες συμβάσεις έργων, αφενός ως εργαλείο για τη διάσωση της σύμβασης, αφετέρου ως μέσο για τη λύση του συμβατικού δεσμού, ανάλογα με το βαθμό που διαταράχθηκαν οι ισορροπίες μεταξύ των αντισυμβαλλομένων.

39

«Κατασταλτικός Έλεγχος: Ο expost μηχανισμός ελέγχου της Δημοσιονομικής Βιωσιμότητας», σε«Αρμενόπουλος», 5/2023, επιστημονική έκδοση του ΔΣΘ, σελ 617 επ.

Η παρούσα δημοσίευση πραγματεύεται τον Κατασταλτικό Έλεγχο των δημοσίων δαπανών ως τον  expost μηχανισμό ελέγχου της Δημοσιονομικής Βιωσιμότητας. Ο κατασταλτικός έλεγχος των δημοσίων δαπανών συνίσταται στον έλεγχο των λογαριασμών των δημοσίων υπολόγων. Ο έλεγχος αυτός επειδή ενεργείται μετά την πληρωμή της δημόσιας δαπάνης θεωρείται κατασταλτικός . Πρόκειται ουσιαστικά για έλεγχο ταμειακής εκτέλεσης του προϋπολογισμού, έχει απολογιστικό χαρακτήρα και αποτελεί κατεξοχήν έλεγχο της διαχείρισης του δημοσίου χρήματος. Αναλύεται η συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση του ελέγχου και προσεγγίζονται ερμηνευτικά οι διακρίσεις και οι κατηγορίες του ελέγχου. Ειδικότερα, ο κατασταλτικός έλεγχος με κριτήριο το είδος των οργάνων από τα οποία ενεργείται και τη φύση των πράξεων, διακρίνεται σε: α) Διοικητικό, β) Δικαστικό και γ) Κοινοβουλευτικό. Αντίστοιχα, ο διοικητικός ασκείται σε διαφορετικά επίπεδα και από διαφορετικά όργανα, τα οποία παρουσιάζονται, μετά τις πρόσφατες νομοθετικές επιλογές. Η μελέτη ολοκληρώνεται με την ανάλυση της αρμοδιότητας του Ελεγκτικού Συνεδρίου και την αναφορά στον Κοινοβουλευτικό Έλεγχο.

40

Οι συνταγματικές δεσμεύσεις της φορολογικής εξουσίας σε Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 7/2023, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 727 επ.

H παρούσα μελέτη πραγματεύεται τις αρχές της φορολογικής νομοθεσίας ως ισχύουν σήμερα, προσαρμοσμένες στις σύγχρονες δημοσιονομικές εξελίξεις. Πιο συγκεκριμένα, αναλύονται οι αρχές της νομιμότητας του φόρου, της βεβαιότητας του φόρου, της χρηστής διοίκησης και προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του φορολογουμένου, της μη αναδρομικής ισχύος των φορολογικών ρυθμίσεων, καθώς και η αρχή της φορολογικής δικαιοσύνης, η οποία υποδιαιρείται περαιτέρω στην αρχή της καθολικότητας και της φορολογικής ισότητας. Οι αρχές αυτές, στο μέτρο που απευθύνονται στο φορολογικό νομοθέτη, αποτελούν τις συνταγματικές του δεσμεύσεις και τα όρια κατά τη θέσπιση της φορολογικής νομοθεσίας, πραγματώνοντας ταυτόχρονα το κράτος δικαίου και κατοχυρώνοντας τον φορολογούμενο πολίτη.

41

Η υπεργολαβία και η στήριξη στην ικανότητα τρίτων στις δημόσιες συμβάσεις έργων, σε Διοικητική Δίκη, Στ. Μαυρίδης – Ι. Συκούδη, 4/2023, εκδόσεις Σάκκουλα, σελ. 540 επ.

Η μελέτη πραγματεύεται τις δύο πιο συχνές στην πράξη μορφές συμμετοχής τρίτου στην ανάθεση και στην εκτέλεση δημοσίων συμβάσεων, δηλαδή την υπεργολαβία, και την στήριξη στις ικανότητες τρίτου οικονομικού φορέα («δάνεια εμπειρία»), ιδίως όπως οι έννοιες αυτές αντιμετωπίζονται στις δημόσιες συμβάσεις έργων. Πιο συγκεκριμένα, αναλύει την έννοια της υπεργολαβίας και ειδικότερα ζητήματα σχετικά με τα κριτήρια που θα πρέπει να πληροί ο υπεργολάβος και τον τρόπο απόδειξης αυτών, καθώς και την έννοια της «δάνειας εμπειρίας» και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά αυτής. Προβαίνει επίσης σε συγκριτική επισκόπηση των δύο αυτών συγγενών εννοιών, αναδεικνύοντας τις ομοιότητες και τις διαφορές τους. Τέλος, αναλύει κριτικά την ειδικότερη περίπτωση της στήριξης στις ικανότητες τρίτου για την πλήρωση του κριτηρίου επιλογής της τεχνικής και επαγγελματικής ικανότητας, τη διχογνωμία που έχει ανακύψει ως προς το ζήτημα εάν στην περίπτωση αυτή ο τρίτος έχει υποχρεωτικά την ιδιότητα του υπεργολάβου, τις νεότερες νομολογιακές εξελίξεις επί του ζητήματος και τοποθετείται δογματικά και δικαιοπολιτικά απέναντι στο δυσχερές αυτό ζήτημα.

42

«Η Αναθεώρηση του Σύμφωνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης στην μετά-κορονοιό εποχή», σε Οικονομικό Δίκαιο, Στ. Μαυρίδης – Ι. Συκούδη, 1/2023, Επιστημονικό Περιοδικό της Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων, σελ. 58 επ.

Η δημοσίευση πραγματεύεται την αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, η οποία υπαγορεύθηκε, μεταξύ άλλων, από τις οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την πανδημία του COVID-19. Αρχικά, αναλύει την έννοια του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, ως εξειδίκευση του συστήματος δημοσιονομικής πειθαρχίας, καθώς και το περιεχόμενό του, το οποίο διακρίνεται σε προληπτικό και κατασταλτικό. Ακόμη, αναφέρεται στη γενική ρήτρα διαφυγής και ειδικότερα στο σκοπό και τις συνθήκες που οδήγησαν στην ενεργοποίησή της. Επίσης, πραγματεύεται τη διαδικασία αναθεώρησης του Σ.Σ.Α., όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 294 ΣΛΕΕ και τις προτάσεις της αναθεώρησης προς τρεις βασικές κατευθύνσεις: κατά πρώτον, προς την ενίσχυση της πρωτοβουλίας των κρατών-μελών με την πρόταση μεσοπρόθεσμου δημοσιονομικού προγράμματος το οποίο θα εγκρίνεται από το Συμβούλιο, κατά δεύτερον: προς την απλοποίηση μιας σειράς υφιστάμενων δεικτών για τη μείωση του χρέους και την αντικατάστασή τους από το δείκτη των «εθνικών χρηματοδοτούμενων καθαρών δημόσιων δαπανών» και κατά τρίτον: προς την ενίσχυση των κυρώσεων των κρατών μελών σε περίπτωση απόκλισης από τους δημοσιονομικούς κανόνες. Τέλος, η μελέτη καταλήγει στην κατ’ αρχήν θετική αποτίμηση των κατευθύνσεων της αναθεώρησης του Σ.Σ.Α., θέτοντας ταυτόχρονα προβληματισμούς σχετικά με την ευχέρεια εφαρμογής του και τον κίνδυνο δημιουργίας μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων.

43

«Όργανα αρμόδια για την εκτέλεση των δημοσίων δαπανών», Στ. Μαυρίδης – Ν. Μπουρμπούλια, Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 1/2024, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 29 -43.

Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται το ειδικό νομοθετικό καθεστώς που εξασφαλίζει τον έλεγχο της διαχείρισης του δημοσίου χρήματος και δη τα όργανα που είναι υπεύθυνα για την εκτέλεση των δημοσίων δαπανών. Για να πραγματοποιηθούν οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, ήτοι για να εισπραχθούν τα δημόσια έσοδα και να αναληφθούν και καταβληθούν οι δημόσιες δαπάνες ακολουθείται μία πολύπλοκη διαδικασία εκτέλεσης, η οποία έχει ανατεθεί σε δύο κυρίως διαφορετικές κατηγορίες δημοσιονομικών οργάνων, τους διατάκτες και τους υπολόγους. Προσεγγίζεται ερμηνευτικά ο θεσμός του διατάκτη και του δημοσίου υπολόγου, εκκινώντας από την εννοιολογική τους τοποθέτηση και τις εννοιολογικές τους διαφορές, τις διακρίσεις και τις κατηγορίες στις οποίες υπάγονται. Ακολουθεί η ερμηνευτική ανάλυση, της δημοσιονομικής τους ευθύνης, με αναφορά και στη σχέση δημοσιολογιστικής και ποινικής ευθύνης, με την επισήμανση ότι η ευθύνη του υπολόγου και του συνευθυνόμενου είναι ανεξάρτητη από την ποινική ή πειθαρχική ευθύνη και δεν είναι απαραίτητο για τη νομιμότητα του καταλογισμού η προηγούμενη ποινική ή πειθαρχική καταδίκη. Για την πληρότητα της μελέτης αναλύεται και η διάκριση του δημόσιου υπολόγου από του συνευθυνόμενου προσώπου και από τον αχρεωστήτωςλαβόντα. Η μελέτη καταλήγει σε ζητήματα ελέγχου και καταλογισμού όλων των ανωτέρω εννοιών. Υποστηρίζεται ότι ο προβλεπόμενος δημοσιονομικός καταλογισμός εξασφαλίζει την αυξημένη λογοδοσία όλων όσοι διαχειρίζονται χρήματα, αξίες και υλικά του Δημοσίου, καθώς σε αυτούς καταλογίζεται οποιοδήποτε έλλειμμα προκύψει κατά τη διαχείρισή τους. Επίσης, ότι οι πρόσφατες νομοθετικές τροποποιήσεις, οι οποίες ενίσχυσαν τη δημοσιονομική ευθύνη του διατάκτη, καθιστούν αποτελεσματικότερο τον έλεγχο της δημοσιονομικής διαχείρισης και εξυπηρετούν πληρέστερα την ανάγκη διαφάνειας της λειτουργίας της δημόσιας διοίκησης. Τέλος, υποστηρίζεται ότι, οι αλλαγές αυτές οριοθέτησαν πληρέστερα τα ευθυνόμενα πρόσωπα εκτέλεσης των δημοσίων δαπανών, μετέφεραν όμως ταυτόχρονα, το βάρος απόδειξης του πταίσματός τους στα ελεγκτικά όργανα

44

«Οι διακρίσεις και η ερμηνεία των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας», Στ. Μαυρίδης – Μ. Οικονόμου – Ι. Συκούδη, Θεωρία και Πράξη Διοικητικού Δικαίου, Τεύχος 3/2024, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 218 επ.

Η μελέτη αυτή αφορά στο ζήτημα των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και συγκεκριμένα στις διακρίσεις και στις ιδιαιτερότητες αναφορικά με την ερμηνεία τους. Αρχικά, αναλύεται η διάκριση των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας σε ουσιαστικές και διαδικαστικές, οι οποίες διακρίνονται με τη σειρά τους σε stricto sensu διαδικαστικές και σε δικονομικές διατάξεις, καθώς και τα κριτήρια διάκρισής τους. Ακόμη, αναλύεται ο τρόπος και οι μέθοδοι ερμηνείας των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας, ανάλογα με τον χαρακτηρισμό τους. Επιπλέον, η μελέτη αναφέρεται στη θέση και στην ιδιαίτερη σημασία των εγκυκλίων στην ερμηνεία των φορολογικών διατάξεων. Τέλος, καταλήγει στη διαπίστωση της ιδιαιτερότητας στον τρόπο ερμηνείας των διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας και στη διαφοροποίησή του σε σχέση με τις διατάξεις των άλλων κλάδων δικαίου, ιδίως λόγω των δυσμενών οικονομικών συνεπειών που δύναται να επάγεται η εφαρμογή τους προς τους φορολογούμενους.

1

Υπό δημοσίευση

«Η κατάργηση της Παρέμβασης στην Πιλοτική Δίκη του ΣτΕ και οι Συνέπειες στη Διοικητική και Φορολογική Δίκη» σε e-book Ένωσης Ελλήνων Δημοσιολόγων (ΕΕΔ).

Η παρούσα μελέτη, πραγματεύεται την κατάργηση του θεσμού της παρέμβασης στην πιλοτική δίκη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έλαβε χώρα με την τροποποίηση που επέφερε ο ν. 5119/2024 στο άρθρο 1 του ν. 3900/2010. Εισαγωγικά αναλύεται ο θεσμός της πιλοτικής δίκης εν γένει και κατόπιν η νομοθετική κατάργηση της δυνατότητας άσκησης παρέμβασης και τα μέτρα που θέσπισε ο νομοθέτης σε «αντιστάθμισμα» της κατάργησης. Ακολούθως, αναλύονται οι συνέπειες της κατάργησης της παρέμβασης και των δυνατοτήτων που θεσπίστηκαν σε αντικατάσταση αυτής, στη διοικητική δίκη και ιδίως στη φορολογική δίκη, υπό το πρίσμα της αρχής της αντιμωλίας, της προφορικότητας και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.

Γ. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΚΔΟΣΕΩΝ - ΚΩΔΙΚΩΝ

  1. Επιμέλεια στο έργο «Συλλογή Νομοθεσίας Φορολογικού Δικαίου», Ν. Μπάρμπα, εκδόσεις Σάκκουλα, 2009

  2. «Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας», εκδόσεις Σάκκουλα, Μάρτιος 2014

  3. «Φορολογικός Πολυκώδικας», εκδόσεις Σάκκουλα, Οκτώβριος 2014.

  4. «Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας», εκδόσεις Σάκκουλα, Μάιος, 2015.

  5. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Β’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Φεβρουάριος 2016.

  6. «Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας», εκδόσεις Σάκκουλα, Μάιος, 2016.

  7. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Γ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, 2017.

  8. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Δ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Μάιος 2018.

  9. «Κώδικας διοικητικής διαδικασίας (Ν. 2690/1999) - Κώδικας Πρόσβασης στα Δημόσια Έγγραφα (Π.Δ. 28/2015)», 2η εκδόσεις Σάκκουλα 2019.

  10. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Ε’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Μάιος 2020.

  11. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Στ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Σεπτέμβριος 2022.

  12. «Κώδικας διοικητικής διαδικασίας (Ν. 2690/1999) - Κώδικας Πρόσβασης στα Δημόσια Έγγραφα (Π.Δ. 28/2015)», 2η έκδ., εκδόσεις Σάκκουλα Σεπτέμβριος 2022.

  13. «Κώδικας διοικητικής διαδικασίας (Ν. 2690/1999) - Κώδικας Πρόσβασης στα Δημόσια Έγγραφα (Π.Δ. 28/2015)», 3η έκδ., εκδόσεις Σάκκουλα, Νοέμβριος 2024.

  14. «Φορολογικός Πολυκώδικας», Ζ’ έκδοση, εκδόσεις Σάκκουλα, Ιούλιος 2025.

1

2

Δ. ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΑ ΑΡΘΡΑ - ΜΕΛΕΤΕΣ

«European Stability Mechanism and Incomplete Architecture of the Eurozone», Δρ. Στυλιανός Μαυρίδης & Αν. Καθηγ. Θωμάς Χατζηγάγιος σε Οικονομικά και Χρηματοοικονομική Λογιστική - Κατάσταση, Τάσεις, Οπτικές Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Πρακτικής, Οικονομική Ακαδημία "ΝτιμίτρΤσένοφ", πόλη Σβίτσοφ Βουλγαρίας,  25-26/10/2013, σελ. 109 επ.

Crosscountryvariabilityinsalaries’ changesofteachersacrossEuropeduringtheeconomiccrisis», Φιλιππίδης Κ, Αναστασίου Σ., & Μαυρίδης Σ., 5ο Διεθνές Συνέδριο Διεθνών Επιχειρήσεων (ΙCIB), Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Μάιος 23-25/2014, Θεσσαλονίκη, Ελλάδα, σελ. 62.

Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει το στόχο της «διατήρησης της σταθερότητας των τιμών» σε επίπεδο Ένωσης και την άμεση διάδραση μεταξύ νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Επισημαίνει τη βασική έλλειψη του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο δεν προέβλεπε τον τρόπο με τον οποίο το αποκλίνον κράτος-μέλος θα χρηματοδοτήσει τα τρέχοντα ελλείμματά του, εφόσον λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης δεν έχει πρόσβαση στις αγορές χρήματος και παρουσιάζει τα βήματα που έγιναν με τη δημιουργία του Μηχανισμού Δημοσιονομικής Σταθερότητας (ΜΔΣ) της Ευρωζώνης, τη θέσπιση Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Χρηματοοικονομικής Σταθεροποίησης (EFSM) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), ώστε να θεσπισθεί τελικά, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ΕΜΣ). Η δημιουργία του ΕΜΣ πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μέρος ευρύτερων αλλαγών που προωθούνται στη δομή και την οικονομική διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ. Υποστηρίζεται πως το βασικό χαρακτηριστικό που τον διαφοροποιεί είναι η ποικιλία των μέσων χρηματοπιστωτικής συνδρομής που διαθέτει, ώστε πλέον η Ευρωζώνη να διαθέτει μία επιπρόσθετη θεσμική θωράκιση, η οποία ωστόσο, δεν μπορεί να αποτελέσει πανάκεια.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση είχε αντίκτυπο στις κοινωνικοοικονομικές παραμέτρους των ευρωπαϊκών χωρών. Τα τελευταία χρόνια, οι βαλκανικές χώρες εμφανίζουν σημαντικά χαμηλότερους μισθούς και Ισοτιμία Αγοραστικής Δύναμης (ΙΑΔ) σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν χαμηλότερο εισόδημα και υψηλότερη ανεργία σε σύγκριση με τους άνδρες. Η  πρόσφατη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση της αύξησης του ΑΕΠ, τη μείωση των κατώτατων μισθών και την αύξηση της ανεργίας στα Βαλκάνια, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Η εργασιακή ικανοποίηση και το άγχος σχετίζονται με τις αποδοχές μισθών και τον φόρτο εργασίας. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ άλλων επαγγελμάτων, οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζουν δραματικές μειώσεις στις αποδοχές τους, μειωμένη αγοραστική δύναμης και αύξηση του φόρτου εργασίας τους και εργασιακό άγχος. Η παρούσα εργασία εξετάζει στοιχεία για τις μισθολογικές αλλαγές των εκπαιδευτικών δημόσιων σχολείων στην Ευρώπη με ιδιαίτερη αναφορά στην Ελλάδα.

3

Fiscal, competitive law and network economy in European Telecommunications», Δρ. ΣτυλιανόςΜαυρίδης&Αν. Καθηγ. Θωμάς Χατζηγάγιος, 17ηEυρασία Επιχειρηματική και Οικονομική Κοινότητα, Βενετία, Ιταλία, Οκτώβριος 15-17, 2015, κωδικός ΕΕΟΕ: K2, K34.

Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει την οικονομία δικτύου στις Ευρωπαϊκές Τηλεπικοινωνίες, δηλαδή ότι η αξία ενός δικτύου προϊόντος/υπηρεσίας αυξάνεται καθώς αυξάνεται ο αριθμός των χρηστών του, υπό το φως της φορολογικής και ανταγωνιστικής νομοθεσίας. Η πρώτη ενότητα είναι αφιερωμένη στις αρχές των επιδράσεων του διαδικτύου και εξετάζει τη γενική οικονομική θεωρία των επιδράσεων του διαδικτύου. Η δεύτερη ενότητα αναλύει τον ρόλο των επιδράσεων του διαδικτύου στις Ευρωπαϊκές Τηλεπικοινωνίες. Η πρώτη υποενότητα δείχνει τη λειτουργική μορφή των επιπτώσεων στην πρώην μονοπωλιακή κατάσταση και η δεύτερη στο τρέχον ανταγωνιστικό περιβάλλον. Στη συνέχεια, αναφέρεται στη διασύνδεση, η οποία είναι ένα από τα κρίσιμα χαρακτηριστικά των τηλεπικοινωνιών, ακολουθούμενη από την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα αποτελέσματα του διαδικτύου σε όλη την Ευρώπη.

4

“Citizens’ Participation in administrative action in Greece”, Δρ. Στυλιανός Μαυρίδης & Αν. Καθηγ. Θωμάς Χατζηγάγιος, 21οΔιεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για την Οικονομική και Κοινωνική Ανάπτυξη, Βελιγράδι, 18-19 Μαΐου 2017, σελ 410 επ.

Το περιεχόμενο της πορείας στη διοικητική δράση συνδέεται με τις προσπάθειες είτε του ατόμου είτε των ομάδων πολιτών να επηρεάσουν τις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε κάθε επίπεδο του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Η συμμετοχή των πολιτών κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής δράση συμβάλλει στον εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης καθώς και στη διασαφήνιση υπορυθμιστικών σχέσεων με τη μορφή ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των εκπροσώπων των αντικρουόμενων συμφερόντων. Ως εκ τούτου, η διοίκηση μπορεί να είναι καλύτερα ενημερωμένη και να μελετά πληρέστερα τις απόψεις των συμμετεχόντων στη διαδικασία και τελικά να τις λαμβάνει υπόψη προκειμένου να διαμορφώσει την τελική απόφαση. Εξάλλου, η συμμετοχή των πολιτών σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, πέρα ​​από τη συμβολή της στην πλουραλιστική διαμόρφωση εναλλακτικών προτάσεων και λύσεων, συμβάλλει και στην επίτευξη αμοιβαίας συμφωνίας όλων των αντικρουόμενων απόψεων και αντιλήψεων. Ως εκ τούτου, η κοινωνική αποδοχή για τις ληφθείσες αποφάσεις θα είναι ευκολότερη και πιο ευχάριστη. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να παρουσιάσει όλες τις άμεσες και έμμεσες μορφές συμμετοχής των πολιτών στη λήψη διοικητικών αποφάσεων στην Ελλάδα.

5

«Administrative deficit in public sector», Science Set Journal of Economics Research, ISSN: 3066-9847, 12 Μάϊου2025.

Το παρόν έγγραφο έχει ως στόχο να εξετάσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στον δημόσιο τομέα στην Ελλάδα, μέσω των αποφάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Ελλάδας, που είναι το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της Ελλάδας. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η έννοια του δημοσιονομικού ελλείμματος που δημιουργείται από τον υπόλογο, το οποίο διακρίνεται σε ουσιαστικό έλλειμμα και τυπικό έλλειμμα, παραδείγματα και των δύο κατηγοριών και επίσης ο τρόπος με τον οποίο η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται σε κάθε κατηγορία δημόσιου ελλείμματος, ανάλογα με τα διακριτικά χαρακτηριστικά του. Αναλύονται επίσης οι συνέπειες του δημοσιονομικού ελλείμματος για το κράτος, η ζημία του κράτους, η διαδικασία καταλογισμού στον υπεύθυνο και η παραγραφή για τον καταλογισμό ελλείμματος. Τέλος, στην εν λόγω μελέτη επιχειρείται η σύγκριση και η διάκριση της έννοιας του ελλείμματος από την έννοια της αποθετικής ζημίας και την έννοια του προσκόμματος.

6

«Protecting Public Funds through Pre-Contractual Audit of Public Contracts with Significant Financial Value in the Greek Legal System», Science Set Journal of Economics Research ISSN: 3066-9847, 17 Νοεμβρίου 2025.

Η μελέτη αυτή εξετάζει το θεσμικό πλαίσιο και τη νομική σημασία του προσυμβατικού ελέγχου των δημόσιων συμβάσεων σημαντικής οικονομικής αξίας στο ελληνικό νομικό σύστημα. Ο έλεγχος αυτός, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 98(1)(β) του ελληνικού Συντάγματος και διενεργείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, λειτουργεί ως προληπτικός μηχανισμός για τη διασφάλιση της νομιμότητας, της διαφάνειας και της δημοσιονομικής ευθύνης πριν από τη σύναψη σημαντικών δημόσιων συμβάσεων. Η μελέτη αναλύει επίσης τη φύση και το πεδίο εφαρμογής αυτού του ελέγχου, διακρίνοντάς τον από άλλες μορφές δικαστικού και διοικητικού ελέγχου που ασκούν οι δημόσιες αρχές και τα δικαστήρια. Εξετάζει τόσο τις υποκειμενικές όσο και τις αντικειμενικές διαστάσεις του ελέγχου, εστιάζοντας στους εμπλεκόμενους φορείς, και στους τύπους συμβάσεων που υπόκεινται σε έλεγχο. Επιπλέον, η έρευνα υπογραμμίζει τις αρχές που διέπουν τη διαδικασία ελέγχου, ιδίως τις αρχές της νομιμότητας, της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Με στόχο την αποτροπή της υπογραφής παράνομων ή οικονομικά μη βιώσιμων συμβάσεων, ο προσυμβατικός έλεγχος λειτουργεί ως ζωτικής σημασίας μέσο προστασίας των δημόσιων πόρων και ως μέσο ενίσχυσης της χρηστής διακυβέρνησης στις δημόσιες συμβάσεις. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μηχανισμός αυτός όχι μόνο ενισχύει τη δημοσιονομική λογοδοσία, αλλά επιπλέον ενισχύει την εμπιστοσύνη του κοινού στην ακεραιότητα και την αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής διαχείρισης του κράτους.

bottom of page